«Καλύτερα στην Κολομβία παρά στην Ελλάδα…»

Πριν επτά χρόνια, σε ηλικία δέκα ετών, η Εύη Δημοπούλου εγκατέλειπε μαζί με τους γονείς της και τις δυο μικρότερες αδελφές της την Ελλάδα και την Καβάλα, όπου γεννήθηκε, για να εγκατασταθούν στη μακρινή Κολομβία, σε αναζήτηση καλύτερων επαγγελματικών ευκαιριών για ολόκληρη την οικογένεια.

Πριν από λίγες μέρες, στα 17 της, ως ώριμη έφηβη πλέον, επέστρεψε στη γενέθλια πόλη, την Καβάλα, για να εκπροσωπήσει τη δεύτερη πατρίδα της, την Κολομβία, στους 2ους Διεθνείς Κολυμβητικούς Αγώνες «Απόστολος Παύλος» που διεξήχθησαν στο Κλειστό Δημοτικό Κολυμβητήριο.

Συναντήσαμε την Εύη Δημοπούλου, την τελευταία μέρα της παραμονής της στην Καβάλα, πριν επιστρέψει στη δεύτερη πατρίδα της, έχοντας στις αποσκευές της την εμπειρία μιας σημαντικής αθλητικής διοργάνωσης στο αγαπημένο της άθλημα, αλλά και…. σακούλες από σιμιγδάλι για την παρασκευή αγαπημένων γλυκών -καθώς σιμιγδάλι δεν υπάρχει στη μακρινή αυτή χώρα της Λατινικής Αμερικής.
Μαθήτρια της β’ τάξης λυκείου σήμερα ζει πλέον στην πρωτεύουσα Μπογκοτά μαζί με την οικογένειά της και την οικογένεια της μητέρας της, Καμίλα, που κατάγεται από εκεί. Με τον πατέρα της Δημήτρη γνωρίστηκαν στο πανεπιστήμιο όταν σπούδαζαν μαζί στις ΗΠΑ. Για περίπου δέκα χρόνια έζησαν στην Καβάλα όπου γεννήθηκε η ίδια και οι αδελφές της .

Όταν ξέσπασε η κρίση οι γονείς της αναγκάστηκαν να επιλέξουν την πατρίδα της μητέρας της για να κάνουν μια νέα αρχή αφού εκεί υπήρχαν περισσότερες επαγγελματικές ευκαιρίες και δυνατότητες.
Σε μια χώρα των 60.000.000 κατοίκων και σε μια πόλη όπως η Μπογκοτά των 12.000.000 κατοίκων, μια Ελλάδα δηλαδή, η ζωή δεν μπορεί να μοιάζει ούτε στο ελάχιστον με τη ζωή στη μικρή Καβάλα των 100.000 κατοίκων.
Μιλώντας στο ΑΠΕ – ΜΠΕ θυμάται ακόμα τη θλίψη και τη στεναχώρια που ένιωσε όταν αναγκάστηκε να φύγει από την Ελλάδα αλλά και το πόσο θερμό ήταν το καλωσόρισμα από την πολυπληθή οικογένεια της μητέρας της στη νέα τους πατρίδα.
«Είναι πραγματικά εντυπωσιακό», τονίζει, «πόσο πολύ αγαπούν οι Κολομβιανοί την Ελλάδα. Αγαπούν και τρελαίνονται για κάθε τι ελληνικό. Κυρίως για τα φαγητά, τα γλυκά, τον πολιτισμό μας. Ακόμα και στο σχολείο οι καθηγητές κάνουν πολλές αναφορές στον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, την ελληνική μυθολογία. Μάλιστα, όσοι γνωρίζουν ότι είμαι Ελληνίδα ενθουσιάζονται και μου ζητούν να μιλήσω ελληνικά γιατί η γλώσσα μας ακούγεται ωραία στα δικά τους αυτιά. Γενικά χαίρονται με καθετί ελληνικό».

«Πρόσφατα», συνεχίζει η Εύη, «κάποιοι Έλληνες που ζουν στην Κολομβία ξεκίνησαν να κάνουν εισαγωγές σε παραδοσιακά ελληνικά τρόφιμα όπως ελαιόλαδο, ελιές, κουραμπιέδες και αμέσως κέρδισαν το καταναλωτικό κοινό. Υπάρχει μεγάλη ανταπόκριση από τους καταναλωτές εκεί. Σχεδόν έχει γίνει μόδα να αγοράζουν, να δοκιμάζουν και να τρώνε ελληνικά προϊόντα. Γενικά ενθουσιάζονται με τη χώρα μας και θέλουν να μάθουν όσα περισσότερα μπορούν».
Σήμερα, στην Κολομβία, ζουν συνολικά 91 Έλληνες, κυρίως δεύτερη γενιά μεταναστών, που είναι διασκορπισμένοι σε όλη τη χώρα και όπως τονίζει η Εύη, μόλις τα Χριστούγεννα, στη διάρκεια κάποιας συγκέντρωσης όλων των Ελλήνων, έγινε μια πρώτη προσπάθεια να οργανωθεί καλύτερα η εκεί ελληνική κοινότητα, ώστε να υπάρχει μεγαλύτερη υποστήριξη και αλληλοβοήθεια ακόμα και για όσους μεταναστεύουν εκεί από την Ελλάδα. Επίσης, στη χώρα υπάρχουν και δύο ορθόδοξες εκκλησίες. Πριν λίγες εβδομάδες, όπως τονίζει, δυο ακόμα νέες οικογένειες από την Ελλάδα εγκαταστάθηκαν στη Μπογκοτά, σε αναζήτηση μιας καλύτερης επαγγελματικής ευκαιρίας.

Η χώρα των ευκαιριών
Οι γονείς της στην Κολομβία δημιούργησαν μια μικρή εταιρεία όπου μετατρέπουν σε σκόνη φρέσκο γάλα, το συσκευάζουν και το πουλούν σε σούπερ μάρκετ σε όλη την Κολομβία. Όπως εξηγεί η 17χρονη Εύη Δημοπούλου μιλώντας στο ΑΠΕ – ΜΠΕ «η Κολομβία είναι μια φτωχή χώρα. Το γάλα σε σκόνη είναι πολύ πιο φτηνό από το φρέσκο, οπότε μπορούν να το αγοράζουν περισσότερες οικογένειες. Είναι μια φτηνή τροφή, με μεγάλη διάρκεια ζωής και εύκολη στην παρασκευή της. Η επιχείρηση απασχολεί σήμερα 35 άτομα, βασίστηκε σε μια ιδέα του παππού μου, που την είπε στους γονείς μου και με αυτό το αντικείμενο ξεκίνησαν όταν μετακομίσαμε από την Ελλάδα. Η Κολομβία είναι μια χώρα που τα τελευταία χρόνια συνεχώς αναπτύσσεται σε όλους τους τομείς και κυρίως στον τουρισμό. Είναι μια όμορφη χώρα με πλούσιο πολιτισμό, με πολύ ζεστούς και ανοιχτόκαρδους ανθρώπους. Ακόμα κι αν δε σε ξέρουν θα σε κάνουν να νιώσεις οικεία μαζί τους, θα σε αγκαλιάσουν και θα σε βοηθήσουν. Έτσι νιώσαμε εμείς τουλάχιστον όταν ήρθαμε από την Ελλάδα που ήμασταν άγνωστοι μέσα σε άγνωστους, κυρίως εγώ στο σχολείο όταν πρωτοπήγα. Βέβαια αγαπούν πολύ τους Έλληνες και αυτό φαίνεται σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής τους και τη συμπεριφορά τους. Δεν παύει ωστόσο να είναι μια φτωχή χώρα με  σημαντικά ποσοστά εγκληματικότητας. Πάντα λέω ότι υπάρχει μια εσφαλμένη εικόνα για την Κολομβία. Δεν είναι γνωστή μόνο για τα ναρκωτικά και τον Πάμπλο Εσκομπάρ. Η Κολομβία είναι μια χώρα που αν της ζήσεις θα ανακαλύψεις πολλά όμορφα στοιχεία, υπέροχες εικόνες, πολύ ζεστούς και αξιόλογους ανθρώπους».

Τι ευκαιρίες προσφέρει σήμερα η Κολομβία στην 17χρονη Εύη;
«Πέρα από την επαγγελματική αποκατάσταση της οικογένειάς μου, που είναι σημαντικό στοιχείο, υπάρχουν ευκαιρίες στην εκπαίδευση και κυρίως στο πανεπιστήμιο που μπορώ να φοιτήσω, όπου δίνονται και υποτροφίες αν συγκεντρώσεις αρκετούς πόντους. Φοιτώ σε ιδιωτικό σχολείο, τα δημόσια σχολεία στην Κολομβία είναι λιγοστά και απευθύνονται κυρίως στους οικονομικά ασθενέστερους. Στην Κολομβία υπάρχουν έξι βαθμίδες διαβίωσης, στην πρώτη είναι οι πάρα πολύ πλούσιοι και στην έκτη οι πάρα πολύ φτωχοί. Ο καθένας μπορεί να πάει σε δημόσιο σχολείο, ωστόσο οι ευκαιρίες που έχει μετά για κάποιο καλό πανεπιστήμιο είναι περιορισμένες, οπότε έτσι κάθε οικογένεια επιλέγει το σχολείο που θέλει να στείλει τα παιδιά της ανάλογα την οικονομική δυνατότητα που έχει. Το δικό μου σχολείο είναι ένα ολοκληρωμένο συγκρότημα με νηπιαγωγείο, δημοτικό γυμνάσιο και λύκειο στο οποίο φοιτούν συνολικά 1.300 παιδιά, και μόνο στην τάξη μου είμαστε 62 μαθητές».
Πόσα χρόνια ασχολείται με την κολύμβηση;
«Κολυμπάω συνολικά έντεκα χρόνια. Ξεκίνησα στην Καβάλα και συνέχισα εδώ στην Κολομβία. Κάνω προπόνηση κάθε μέρα, δυο φορές την ημέρα. Η μέρα μου ξεκινάει πάρα πολύ νωρίς. Μετά την προπόνηση πηγαίνω σχολείο οδηγώντας το δικό μου αυτοκίνητο, αφού στην Κολομβία παίρνουνε δίπλωμα στα 16, έτσι εξυπηρετώ και τις μικρότερες αδελφές μου που τις πηγαίνω εγώ σχολείο. Τα μαθήματα εκεί γίνονται στα αγγλικά. Η επίσημη γλώσσα της χώρας είναι όμως τα Ισπανικά. Δε θέλω να κάνω πρωταθλητισμό στην κολύμβηση, αλλά μου αρέσει που συμμετέχω σε αθλητικές διοργανώσεις. Η κολύμβηση είναι και ένα διαβατήριο για το πανεπιστήμιο και για καλύτερες σπουδές μέσα από υποτροφίες. Στην Ελλάδα πάντως το επίπεδο των αθλητών στην κολύμβηση είναι πολύ υψηλό, υπάρχουν καλύτερες υποδομές και αθλητικές εγκαταστάσεις  απ’ ό,τι την Κολομβία. Η συμμετοχή μου, εκπροσωπώντας την Κολομβία και την ομάδα μου, την ΚΡΟΝΟΣ, στους διεθνείς κολυμβητικούς αγώνες της Καβάλας ήταν μια πολύ μεγάλη εμπειρία. Οι αγώνες ήταν εξαιρετικοί σε όλα τα επίπεδα, σε οργάνωση, συντονισμό, συμμετοχή αθλητών».

Τι της λείπει περισσότερο από την Ελλάδα στην Κολομβία;
«Μου λείπουν οι εικόνες της Ελλάδας, η θάλασσα, τα φαγητά της, ο ηλιόλουστος καιρός της, οι άνθρωποι της, η οικογένεια του πατέρα μου. Θα ήθελα να μπορούσα να συνδυάσω τις επαγγελματικές και εκπαιδευτικές ευκαιρίες της Κολομβίας με τον πολιτισμό, τη ζωή, τη φύση της Ελλάδας. Στο σπίτι μας μιλάμε όλοι ελληνικά, ακόμα και η μητέρα μου που είναι Κολομβιανή, τρώμε ελληνικά. Το πρώτο πράγμα που μου ζήτησε η μητέρα μου να της φέρω τώρα που θα επιστρέψω είναι σιμιγδάλι και μπογιά για τα αυγά του Πάσχα! Το σιμιγδάλι είναι άγνωστο στην Κολομβία αλλά πολύ σημαντικό για εμάς γιατί παρασκευάζουμε τόσο γευστικά γλυκά (γελάει). Μέχρι πριν λίγα χρόνια δεν υπήρχε ελαιόλαδο, εκεί χρησιμοποιούν κυρίως βούτυρο και σπορέλαιο τώρα με τους Έλληνες που κάνουν εισαγωγές έχουμε πολλά ελληνικά προϊόντα και κυρίως ελαιόλαδο, επίσης άνοιξαν και κάνα δυο ελληνικά εστιατόρια τα οποία οι Κολομβιανοί αρέσουν πολύ».

 

ΠΗΓΗ: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Διαβάστε επίσης