Πάρτι (καλοκαιρινό) κάνουν τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα

«Καμπανάκι» χτυπά τη φετινή χρονιά η ετήσια έκθεση του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας για τα Σ.Μ.Ν., διαπιστώνοντας σαφή έξαρση του φαινομένου

Εν όψει θερινών διακοπών, ταξιδιών, μπάνιων και γενικότερης χαλάρωσης, αποτελεί πλέον παράδοση να δημοσιεύεται η ετήσια έκθεση του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας για τα Σεξουαλικώς Μεταδιδόμενα Νοσήματα, μία έκθεση «καμπανάκι» για τη φετινή χρονιά, όπου παρουσιάστηκε έξαρση των Σ.Μ.Ν.

Επιμέλεια: Νίκος Τσαγκατάκης

Σύμφωνα με αυτήν, οι πιο «ευπαθείς» ομάδες είναι τα σεξουαλικά ενεργά άτομα από 15 μέχρι 49 ετών με καταγεγραμμένες τέσσερις πιο διαδεδομένες λοιμώξεις: χλαμύδια, γονόρροια ή βλεννόρροια, σύφιλη και τριχομονάδες, που ετησίως προκαλούν επιπλέον 376 εκατομμύρια νέα κρούσματα παγκοσμίως.

«Διαπιστώνουμε μια ανησυχητική απουσία προόδου στην καταπολέμηση της εξάπλωσης των σεξουαλικά μεταδιδόμενων νοσημάτων στον κόσμο», δήλωσε ο δρ. Πίτερ Σάλαμα, αναπληρωτής γενικός διευθυντής του ΠΟΥ και αρμόδιος για την αντιμετώπιση εκτάκτων καταστάσεων. «Είναι ένα προειδοποιητικό σήμα υπέρ μιας συντεταγμένης προσπάθειας για να επιτραπεί σε όλο τον κόσμο, οπουδήποτε, να έχει πρόσβαση στις απαραίτητες υπηρεσίες για την πρόληψη και τη θεραπεία αυτών των σοβαρών ασθενειών».

Για το έτος 2016 οι στατιστικές του ΠΟΥ κατέγραψαν 127.000.000 νέα κρούσματα χλαμυδίων, 87 εκατ. κρούσματα γονόρροιας, 6,3 εκατ. κρούσματα σύφιλης και 156 εκατ. κρούσματα τριχομονάδων, και υπέδειξαν ως μοναδικό υπαίτιο την έλλειψη προφυλακτικού.

Οι ελεύθερες σεξουαλικές σχέσεις και κατά δεύτερο λόγο το μολυσμένο αίμα που μπορεί να προσβάλει τον ανθρώπινο οργανισμό κατά τη διάρκεια της κύησης ή του τοκετού (π.χ. στην περίπτωση της σύφιλης) οδηγούν σε πάνω από ένα εκατομμύριο νέα κρούσματα ανά ημέρα, με αποτέλεσμα αν οι λοιμώξεις αυτές δεν διαγνωστούν ή δεν θεραπευτούν εγκαίρως, να είναι πολύ πιθανόν να προκαλέσουν σοβαρές επιπλοκές και μακροπρόθεσμα άλλες νόσους: νευρολογικές και καρδιαγγειακές νόσους, στειρότητα, εξωμήτριες κυήσεις, αποβολές και αυξημένο κίνδυνο προσβολής από τον ιό HIV, καθώς μόνο η σύφιλη κατά το έτος 2016 προκάλεσε τον θάνατο σε περίπου 200.000 θνησιγενή βρέφη.

Πιο «ευπαθείς» ομάδες είναι τα σεξουαλικά ενεργά άτομα από 15 μέχρι 49 ετών με πιο διαδεδομένες λοιμώξεις τα χλαμύδια, τη βλεννόρροια, τη σύφιλη και τις τριχομονάδες

Καμιά αξιοσημείωτη μείωση…

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας αναγνωρίζει ότι, έπειτα από την τελευταία μελέτη που δημοσιεύτηκε το 2012, δεν υπάρχει καμιά αξιοσημείωτη μείωση στα ποσοστά των νέων κρουσμάτων ή αυτών που ήδη υπάρχουν, καθώς κατά μέσο όρο σχεδόν ένα άτομο στα 25 παγκοσμίως έχει τουλάχιστον μία από αυτές τις σεξουαλικά μεταδιδόμενες λοιμώξεις, ενώ σε πολλές περιπτώσεις διαπιστώθηκε ότι το ίδιο άτομο έχει προσβληθεί ταυτόχρονα και από άλλα Σ.Μ.Ν.

Το πρόβλημα στα Σεξουαλικώς Μεταδιδόμενα Νοσήματα είναι ότι συνήθως είναι ασυμπτωματικά, δηλαδή με εξαίρεση τη γονόρροια, τα συμπτώματα είναι τόσο ελαφρά που συνήθως δεν γίνονται εύκολα αντιληπτά από τους νοσούντες, με αποτέλεσμα να χάνεται πολύτιμος χρόνος αντιμετώπισης και θεραπείας τους.

Σύμφωνα με τον Τιμ Τζινκς, εξειδικευμένο στις μολυσματικές ασθένειες στο φιλανθρωπικό ίδρυμα Wellcome Trust, η αύξηση των κρουσμάτων είναι ανησυχητική, με δεδομένο ότι ορισμένα αντιβιοτικά καθίστανται λιγότερο δραστικά λόγω της ανθεκτικότητας στα φάρμακα. «Ο μεγάλος αριθμός κρουσμάτων γονόρροιας είναι ιδιαίτερα ανησυχητικός. Βλέπουμε συνεχώς περιπτώσεις της αποκαλούμενης σούπερ-γονόρροιας, οι οποίες πρακτικά είναι αδύνατον να θεραπευτούν».

«Θεωρούμε ότι είναι μια επιδημία κρυφή, σιωπηλή, επικίνδυνη», είπε η Μέλανι Τέιλορ, εμπειρογνώμων του ΟΗΕ για τις σεξουαλικά μεταδιδόμενες λοιμώξεις, σε συνέντευξη Τύπου, ενώ η σύσταση του ΠΟΥ είναι ξεκάθαρη: τα σεξουαλικά ενεργά άτομα οφείλουν να υποβάλλονται σε ιατρικές εξετάσεις γι’ αυτές τις ασθένειες και να χρησιμοποιούν προφυλακτικό, ενώ οι έγκυες καλό θα είναι να ελέγχονται για σύφιλη και τον ιό HIV.

Νοσήματα με… ιστορία

Η ιστορία των σεξουαλικώς μεταδιδόμενων νοσημάτων καταγράφει περισσότερους από 50 παθογόνους μικροοργανισμούς ως αιτία τους και για πρώτη φορά εμφανίζονται περιστατικά στην αρχαία Αίγυπτο. Κατά τον 20ό αιώνα έλαβε διαστάσεις επιδημίας ως μείζον ιατρικό αλλά και κοινωνικό πρόβλημα, καθώς εκτιμάται ότι 1 στους 4 στρατιώτες του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου έπασχε από σύφιλη ή βλεννόρροια, ωστόσο καταπολεμήθηκαν με τη χρήση των αντιβιοτικών και έτσι επήλθε ραγδαία μείωση της νοσηρότητας αλλά και της θνησιμότητας των μικροβιακών ΣΜΝ στον ανεπτυγμένο κόσμο.

Το 1960 όμως εμφανίστηκαν στο προσκήνιο τα ιογενή ΣΜΝ, καθώς η χαλάρωση των παραδοσιακών σεξουαλικών αντιλήψεων οδήγησαν στην επικράτηση πιο διευρυμένων και περισσότερων αριθμητικά σεξουαλικών επαφών, που σε συνδυασμό με την εσφαλμένη αντίληψη της εξαφάνισης των Σ.Μ.Ν. και την ταυτόχρονη απουσία εξειδικευμένων διαγνωστικών μεθόδων και αποτελεσματικής θεραπείας οδήγησε σε κατακόρυφη αύξηση των ιογενών ΣΜΝ, όπως είναι ο απλός έρπις και οι HPV λοιμώξεις.

Τη δεκαετία του 1980 εμφανίστηκε το νέο Σεξουαλικώς Μεταδιδόμενο Νόσημα της HIV λοίμωξης που έλαβε μορφή επιδημίας, έπειτα όμως από μία κολοσσιαία σταυροφορία σε επίπεδο τόσο της ιατρικής όσο και της κοινωνίας –ιατρική και κοινωνική σταυροφορία– μέσα σε είκοσι χρόνια αναχαιτίστηκε με την εφεύρεση αξιόπιστων διαγνωστικών εξετάσεων και τη φαρμακευτική αντιμετώπιση που πέτυχε τη μακροχρόνια καταστολή της λοίμωξης.

Διαβάστε επίσης