bpbg
bpbg

Ρίχτερ… εμφυλίου (αλλά και τρόμου) στους σεισμολόγους

Τα 5,3R της 19ης Ιουλίου προκάλεσαν «ρωγμές» και στην επιστημονική κοινότητα ως προς την ετοιμότητα του κρατικού μηχανισμού, σε συνδυασμό μάλιστα με το ενδεχόμενο ενός πολύ μεγαλύτερου σεισμού

Η μετασεισμική δραστηριότητα στην περιοχή της Αττικής εξελίσσεται ομαλά και… κατ’ ευχήν, αλλά πλέον το ενδιαφέρον των Αθηναίων έχει μετατοπισθεί στο τρομακτικό σενάριο του τι θα συμβεί στην πρωτεύουσα, αν ο Εγκέλαδος αποφασίσει να την επισκεφτεί περισσότερο… θυμωμένος.

Επιμέλεια: Νίκος Τσαγκατάκης

Τον φόβο αυτό πυροδότησε αναμφίβολα ο γνωστός σεισμολόγος και διευθυντής του Γεωδυναμικού Ινστιτούτου, Άκης Τσελέντης, ο οποίος την επαύριο του σεισμού της προπερασμένης Παρασκευής επέμεινε ότι παρά τα αντιθέτως λεγόμενα η Αθήνα δεν επέδειξε τις αντισεισμικές αντοχές που θα έπρεπε. Μάλιστα, ο σεισμολόγος δεν στάθηκε μόνο στις σημαντικές ζημιές που υπέστησαν λόγω του σεισμού κυρίως διατηρητέα κτίρια, αλλά υπογράμμισε τα προβλήματα ηλεκτροδότησης, επικοινωνίας μέσω σταθερής/κινητής τηλεφωνίας και μετακίνησης (σ.σ. προκλήθηκε μίνι κυκλοφοριακό κομφούζιο).

Η επαγωγική αναρώτηση Τσελέντη τού τι θα γινόταν αν την Αθήνα χτυπούσε ένας σεισμός της τάξης των 6 Ρίχτερ, που είναι 30 φορές ισχυρότερος από τα 5,3 R της 19ης Ιουλίου, ήταν αυτή που εκτίναξε τον φόβο των πολιτών στα ύψη, αλλά γέννησε και διεπιστημονικές κόντρες.

Καμπανάκι, προσωπική κόντρα ή και τα δύο;

Στον απόηχο των σοβαρών ενστάσεων που ακούστηκαν για το αν ήταν ενδεδειγμένη η δημοσιοποίηση των φόβων του κ. Τσελέντη, αλλά και της ανταπάντησης του διευθυντή του Γεωδυναμικού Ινστιτούτου ότι δεν είναι «επαγγελματίας εφησυχαστής», τα μείζονα ερωτήματα που έθεσε παραμένουν:

-Αληθεύουν οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου επιστήμονα ότι οι υποδομές, τα σχολεία και τα άλλα δημόσια κτίρια της πόλης δεν θα αντέξουν σε έναν μεγάλο σεισμό;

-Ισχύει ότι η νεοεκλεγείσα κυβέρνηση παρέλαβε την αντισεισμική θωράκιση της χώρας σε κατάσταση διάλυσης στην οποία επήλθε με ευθύνη της ηγεσίας του Οργανισμού Αντισεισμικής Προστασίας των τέως επικεφαλής της Γενικής Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας και διασταλτικά της απελθούσας κυβέρνησης; Ειδικά για τον ΟΑΣΠ ο κ. Τσελέντης προσωποποίησε τις βολές του στον πρόεδρο του οργανισμού, Ευθύμιο Λέκκα, λέγοντας ότι «κακώς είναι πρόεδρος του ΟΑΣΠ» επειδή όπως ισχυρίστηκε «δεν μπορεί να ηγείται ένας γεωλόγος ενός τέτοιου φορέα».

Το ιδεατό σχέδιο για τον ΟΑΣΠ είναι σύμφωνα με τον Άκη Τσελέντη ο επανασχεδιασμός του οργανισμού με διχοτόμησή του, σε έναν επιστημονικό-ερευνητικό τμήμα  και σε ένα επιχειρησιακό τμήμα που να μεριμνά για την αντισεισμική θωράκιση της Ελλάδας.

Λίγοι αμφισβητούν την επιστημονική επάρκεια του Άκη Τσελέντη, ωστόσο είναι πολλοί περισσότεροι αυτοί που διέκριναν πολιτικό υπόβαθρο στις αιτιάσεις του σεισμολόγου, ειδικά όταν ο τελευταίος υποστήριξε πως «αν δεν ήταν ο Χρυσοχοΐδης τα πράγματα θα ήταν βαριά» κι ακόμη περισσότερο όταν εξέφρασε την ενόχλησή του που δεν κλήθηκε το βράδυ της 19ης Ιουλίου στη συνεδρίαση της επιτροπής εκτίμησης σεισμικής επικινδυνότητας, παρ’ ότι είναι διευθυντής του Γεωδυναμικού Ινστιτούτου, επειδή, όπως είπε, «δεν είναι αυλοκόλακας σαν κάποιους που προσπαθούν να διατηρήσουν τις θέσεις τους». Μάλιστα ο Άκης Τσελέντης είπε ότι από την Επιτροπή Εκτίμησης Σεισμικής Επικινδυνότητας τον είχε αποκλείσει ο πρώην υπουργός Χρήστος Σπίρτζης.

Ο πρόεδρος του ΟΑΣΠ, Ευθύμιος Λέκκας, σήκωσε το γάντι και κάλεσε τον Άκη Τσελέντη να είναι πιο προσεκτικός, γιατί από τη διοίκηση του ΟΑΣΠ πέρασαν κορυφαίοι καθηγητές και επιστήμονες της χώρας, δηλώνοντας πως «ο ΟΑΣΠ έχει 35 χρόνια ιστορία και μεγάλη αναγνώριση του έργου του από την ελληνική κοινωνία».

Ο κ. Λέκκας αντεπιτέθηκε λέγοντας ότι «ο κ. Τσελέντης ήταν 20 χρόνια μέλος της επιτροπής σεισμικής επικινδυνότητας και δεν πήγαινε ποτέ στις συνεδριάσεις της» και αναφερόμενος στο «κόψιμο» Σπίρτζη υποστήριξε ότι ο υπουργός Υποδομών της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ δεν συμπεριέλαβε τον διευθυντή του Γεωδυναμικού Ινστιτούτου στην παρούσα σύνθεση της Επιτροπής διότι «εκκρεμούσε εισαγγελική έρευνα σε βάρος του σχετικά με δηλώσεις που είχε κάνει για επικείμενο σεισμό στη Δυτική Ελλάδα» (σ.σ.: ο κ. Τσελέντης διαψεύδει την άσκηση δίωξης).

Αξίζει, κλείνοντας, να σημειωθεί και η τοποθέτηση του σεισµολόγου και µέλους της Επιτροπής Εκτίµησης Σεισµικού Κινδύνου, Γεράσιμου Παπαδόπουλου, ο οποίος απαντώντας σε σχετικές αιχμές Τσελέντη διευκρίνισε ότι τον έλεγχο των κτιρίων δεν τον έχει ο ΟΑΣΠ και εμφανίστηκε καθησυχαστικός ότι το 80% του οικιστικού ιστού στην πρωτεύουσα αντέχει σε μεγάλα μεγέθη σεισμών. 

Φόβος (και διαφωνία) για τις Αλκυονίδες

Σύμφωνα με τον Άκη Τσελέντη, υπάρχουν ενεργά ρήγματα περιμετρικά της Αττικής που κάποια έχουν ωριμάσει και κάποια στιγμή θα δώσουν έναν μεγάλο σεισμό.

Μάλιστα, ένα από αυτά –τις Αλκυονίδες– ο σεισμολόγος το χαρακτηρίζει «θηρίο» που «κάποια στιγμή θα γρυλίσουν και τότε αλίμονό μας». Για τον κ. Τσελέντη η περίοδος σεισμικής επανάληψης είναι 40-45 χρόνια, οπότε δεδομένου ότι το 2021 συμπληρώνονται 40 χρόνια από τον σεισμό του 1981 ο κ. Τσελέντης εκτιμά ότι υπάρχει σοβαρή πιθανότητα μέσα στα επόμενα χρόνια να βιώσουμε έναν σεισμό της τάξεως των 6 Ρίχτερ!

Στο ίδιο μήκος κύματος είναι και ο διευθυντής Ερευνών Γεωδυναμικού Ινστιτούτου, Γεράσιμος Χουλιάρας, ο οποίος καθησυχάζει μεν ότι αυτήν τη στιγμή δεν υφίσταται καμία δραστηριότητα στο ρήγμα των Αλκυονίδων, ωστόσο στο μέλλον τα κατ’ ευφημισμό «Καλά Νησιά» του κόλπου (σ.σ. Zωοδόχος Πηγής, Δασκαλιό, Γλαρονήσι και Πρασονήσι) μπορούν να «γεννήσουν» έναν μεγάλο και καταστροφικό σεισμό. Θυμίζεται ότι οι Αλκυονίδες έδωσαν τα φονικά 6,7 Ρίχτερ που χτύπησαν την Αθήνα στις 24 Φεβρουαρίου 1981.

Κι εδώ, πάντως, συνεχίζεται η κόντρα των σεισμολόγων αφού ο Γεράσιμος Παπαδόπουλος αμφισβητεί την… τσελέντια στατιστική χαρακτηρίζοντας «μεγάλη ανακρίβεια» ότι οι Αλκυονίδες ξυπνούν κάθε περίπου 40 χρόνια. «Είχαμε τη γνωστή ενεργοποίηση το 1981 με μέγεθος 6,7 (και μετασεισμούς 6,4 και 6,3). Αν κοιτάξουμε πίσω στο χρόνο δεν θα βρούμε κανέναν άλλο σεισμό από αυτό το ρήγμα. Κανένα τέτοιο στοιχείο δεν υπάρχει», τόνισε ο κ. Παπαδόπουλος.

 

Διαβάστε επίσης