«Συμμορφωθείτε με τις εισαγγελικές διατάξεις»

«Μήνυμα» προς κάθε εκπρόσωπο δημόσιας υπηρεσίας ότι θα πρέπει να συμμορφώνεται με τις εισαγγελικές διατάξεις στέλνει με γνωμοδότησή του ο αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, κ. Χαράλαμπος Βουρλιώτης.

 

Της Αγγελικής Κοσμοπούλου

 

Η γνωμοδότηση του ανώτατου εισαγγελικού λειτουργού έρχεται σε μια περίοδο που δικαστές και εισαγγελείς, αλλά και ο ίδιος ο υπουργός Δικαιοσύνης κ. Χαράλαμπος Αθανασίου, ζητούν σεβασμό των δικαστικών αποφάσεων που εκδίδονται. Και αυτό ενώ έχει ανοίξει ήδη ο κύκλος των ανωμοτί καταθέσεων των δημάρχων που φέρονται να αρνήθηκαν την παράδοση στοιχείων προκειμένου να ελεγχθούν οι μονιμοποιήσεις δημοτικών υπαλλήλων. Τον φάκελο με τα στοιχεία τους είχε στείλει στην εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ο υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης, κ. Κυριάκος Μητσοτάκης.

«Είναι αυτονόητο ότι οι δικαστικές κρίσεις σε καμιά περίπτωση δεν υποκαθίστανται από αποφάσεις ανεξάρτητων αρχών και πολύ περισσότερο δεν είναι δυνατόν να μη λαμβάνονται υπόψη από τις τελευταίες, των οποίων οι αρμοδιότητες είναι σαφώς και αυστηρώς προσδιορισμένες από τις διατάξεις του σχετικού ιδρυτικού νόμου (Ν. 2472/1997), ο οποίος διέπει τη λειτουργία τους», αναφέρει χαρακτηριστικά στην εγκύκλιό του ο εισαγγελικός λειτουργός και προσθέτει:

«Κατά συνέπεια, οι υπηρεσίες του δημοσίου και εν γένει του ευρύτερου δημόσιου τομέα είναι υποχρεωμένες να συμμορφώνονται με τις κατά τα άνω εισαγγελικές διατάξεις, τυχόν δε άρνηση των διοικήσεών τους και γενικά των νομίμων εκπροσώπων τους συνιστά, κατ’ αρχάς, άδικη και ποινικά επιλήψιμη πράξη και μάλιστα, κατ’ εγγύτατο νομικό ΠΚ)».

Με τη γνωμοδότησή του ο κ. Βουρλιώτης απαντά σε ερώτημα που του τέθηκε από τον διευθύνοντα την εισαγγελία Εφετών Θεσσαλονίκης. Το ερώτημα αφορά σε επιβολή πρόστιμο που επιβλήθηκε σε νοσοκομείο με την υπ’ αριθμ. 58/2014 απόφαση της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, επειδή χορηγήθηκε σε ιδιώτη βεβαίωση νοσηλείας για δικαστική χρήση, σε εκτέλεση σχετικής εισαγγελικής παραγγελίας.

Κατ’ αρχάς, στη γνωμοδότησή του ο αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου επισημαίνει ότι το συγκεκριμένο ζήτημα έχει κριθεί με την υπ’ αριθμ. 3575/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, γεγονός που, όπως επισημαίνει, εμποδίζει την εκφορά σχετικής για το ίδιο θέμα γνωμοδότησης.

«Ανεξάρτητα, όμως, αυτού», υπογραμμίζει ο ανώτατος εισαγγελικός λειτουργός, «και με αφορμή το εν λόγω ερώτημα, κρίνουμε επιβεβλημένο να επισημάνουμε ότι, κατά το Σύνταγμα, ο εισαγγελέας είναι ισόβιος δικαστικός λειτουργός και η ενάσκηση των αρμοδιοτήτων του περιβάλλεται με το κύρος της δικαστικής λειτουργίας, ο ίδιος δε απολαμβάνει τις εγγυήσεις της λειτουργικής και προσωπικής ανεξαρτησίας (άρθρα 87 παρ. 1, 2 και 88 παρ. 1 Συντ.)».

Και συνεχίζει ο κ. Βουρλιώτης:

«Επομένως, οι κατά το άρθρο 25 παρ. 4 εδ. β΄ Ν. 1756/1988 παραγγελίες του προς τις υπηρεσίες του δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, των οργανισμών κοινής ωφελείας και όλων γενικά των επιχειρήσεων του δημόσιου τομέα, να παραδώσουν έγγραφα ή να χορηγήσουν αντίγραφά τους, όταν το ζητήσουν νομικά ή φυσικά πρόσωπα που έχουν δικαίωμα ή έννομο συμφέρον, εκτός αν πρόκειται για έγγραφα από αυτά που αναφέρονται στο άρθρο 261 ΚΠΔ, έχουν το χαρακτήρα δικαστικής διάταξης, η οποία βεβαίως πρέπει να είναι επαρκώς αιτιολογημένη και να μην αποτελεί απλό διαβιβαστικό έγγραφο της σχετικής αιτήσεως του ιδιώτη προς τη δημόσια υπηρεσία, με την οποία ο τελευταίος ζητεί να λάβει γνώση του περιεχομένου ή τη λήψη αντιγράφων εγγράφων, χωρίς ρητή έκφραση της γνώμης του συντάκτη τής εν λόγω παραγγελίας, δηλαδή του Εισαγγελέα (…).

»Εξάλλου, η προστασία των ελευθεριών και των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου, μεταξύ των οποίων και τα προσωπικά, απλά και ευαίσθητα, δεδομένα του (άρθρο 9Α Συντ.), πρωτίστως και κυρίως προστατεύονται από τις δικαστικές αρχές με τις δικαιοδοτικές κρίσεις τους εν ευρεία εννοία, όπως αυτές που εκδίδονται από τους αρμόδιους κατά περίπτωση εισαγγελικούς λειτουργούς, οι οποίοι, κατά την ενάσκηση των καθηκόντων τους, λαμβάνουν υπόψη την αναγκαιότητα προστασίας των περί ων ο λόγος δικαιωμάτων, προερχόμενοι, ενόψει και της συνταγματικά κατοχυρωμένης αρχής της αναλογικότητας, και σε αξιολογική στάθμιση των προστατευόμενων από το Σύνταγμα και το νόμο δικαιωμάτων και εννόμων αγαθών, με προέχουσα την απαίτηση για αναζήτηση της αλήθειας και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης, μέσω της οποίας πραγματώνεται και η αξιούμενη κατά τα άνω προστασία των δικαιωμάτων αυτών.

»Περαιτέρω, είναι αυτονόητο ότι οι δικαστικές κρίσεις σε καμιά περίπτωση δεν υποκαθίστανται από αποφάσεις ανεξάρτητων αρχών και πολύ περισσότερο δεν είναι δυνατόν να μη λαμβάνονται υπόψη από τις τελευταίες, των οποίων οι αρμοδιότητες είναι σαφώς και αυστηρώς προσδιορισμένες από τις διατάξεις του σχετικού ιδρυτικού νόμου (Ν. 2472/1997), ο οποίος διέπει τη λειτουργία τους. Κατά συνέπεια όσων προεκτέθηκαν, οι προαναφερόμενες υπηρεσίες του δημοσίου και εν γένει του ευρύτερου δημόσιου τομέα, είναι υποχρεωμένες να συμμορφώνονται με τις κατά τα άνω εισαγγελικές διατάξεις, τυχόν δε άρνηση των διοικήσεών τους και γενικά των νομίμων εκπροσώπων τους συνιστά, κατ’ αρχάς, άδικη και ποινικά επιλήψιμη πράξη και μάλιστα, κατ’ εγγύτατο νομικό ΠΚ)».

Διαβάστε επίσης