Το ασχημόπαπο (ως ποδοσφαιριστής) που έγινε κύκνος (ως προπονητής)

Ο Γιούργκεν Κλοπ οδήγησε τη Λίβερπουλ στην κορυφή της Ευρώπης. Ο «Normal One» μελέτησε το ποδόσφαιρο όσο κανείς άλλος και λατρεύτηκε όπου κι αν εργάστηκε

Όταν τον Οκτώβριο του 2015 ο Γιούργκεν Κλοπ υπέγραφε στη Λίβερπουλ επταετές συμβόλαιο συνεργασίας, μέχρι το καλοκαίρι του 2022, λίγοι πίστευαν ότι θα την οδηγήσει στην κορυφή της Ευρώπης. Τελικά ακόμη και η Λίβερπουλ ήθελε τον Γερμανό της. Ο Κλοπ έβαλε τη σφραγίδα του όχι μόνο στην κατάκτηση του Champions League, τρόπαιο που έλειπε από τη συλλογή του, αλλά και στην αναμόρφωση μιας ομάδας που βρήκε στο διάβα της μεγαθήρια στο πρωτάθλημα της Αγγλίας με μπάτζετ που ζαλίζουν, αλλά σε λεπτομέρειες δεν έκοψε πρώτη το νήμα.

Ο Γιούργκεν Κλοπ έχει ακόμη τρία χρόνια συμβόλαιο με την ομάδα του Μέρσεϊσαϊντ, βάσει του οποίου εισπράττει 7,8 εκατ. ευρώ ετησίως, αλλά μετά τις επιτυχίες, η «Fenway Sports Group», ιδιοκτήτρια εταιρεία της Λίβερπουλ, έχει στο πλάνο της να του καταθέσει πρόταση για περαιτέρω επέκταση του συμβολαίου του.

Ο Κλοπ στα 51 του διαθέτει χιούμορ και δεν διστάζει να αυτοσαρκαστεί, όπως τότε στην επίσημη παρουσίασή του από τη Λίβερπουλ, που αποκάλεσε τον εαυτό του «Normal One», σε αντιδιαστολή με το «Special One» του Μουρίνιο. Κάποιοι λένε ότι έχει το κοκαλάκι της νυχτερίδας, αλλά είναι γεγονός πως οι γνώσεις του για το ποδόσφαιρο είναι τεράστιες. Αυτό όμως που τον κάνει να ξεχωρίζει είναι πως γεννήθηκε για να τον αγαπούν! Τον αγάπησαν στη Μάιντς, τον λάτρεψαν στην Ντόρτμουντ και τον αγαπούν μέχρι λατρείας στη Λίβερπουλ.

Μετά από 29 χρόνια, οι reds έφτασαν στην κατάκτηση του Ευρωπαϊκού πρωταθλήματος. Ποιος όμως είναι ο προπονητής με το μαγικό ραβδί που έστειλε στα ουράνια τους φίλους της Λίβερπουλ;

Ο Γιούργκεν Κλοπ γεννήθηκε στη Στουτγκάρδη στις 16 Ιουνίου 1967. Ο πατέρας του, Νόρμπερτ, είχε ήδη δύο κόρες, αλλά ήθελε έναν γιο. Και όταν τον απέκτησε άρχισε να βγάζει πάνω του όλη την ενέργεια ενός γονιού, που ονειρεύεται να κάνει το παιδί του όσα δεν μπόρεσε να πετύχει ο ίδιος. Παρ’ ολίγον τερματοφύλακας της Καϊζερσλάουτερν ο μπαμπάς Κλοπ (έπαιξε στα εφηβικά της) «φόρτωσε» τον Γιούργκεν από πολύ μικρό με του κόσμου τις αθλητικές δραστηριότητες. Σκι τον χειμώνα, τένις το καλοκαίρι και ποδόσφαιρο όλη τη χρονιά. Η μπάλα ήταν αυτή όμως που κέρδισε τον πιτσιρικά!

Η Γερμανία στέφθηκε Παγκόσμια Πρωταθλήτρια το 1974. Το επίτευγμα επαναλήφθηκε στην Ιταλία του 1990. Η Γερμανία είχε στις τάξεις της μοναδικούς μπαλαδόρους. Από τον Μπεκενμπάουερ, τον Μπράιτνερ και τον Μπόνοφ, μέχρι τον Ρουμενίγκε και τον Λιτμπάρσκι. Από τον Φλόε, τον Μάγκατ και τον Σούστερ, μέχρι τον Καλτς, τον Στίλικε, τον Φίσερ και τον Χάνσι Μίλερ. Κανένας από όλους αυτούς ωστόσο δεν έγινε το «είδωλο» του Κλοπ. Την καρδιά του Γιούργκεν είχε «κλέψει» ένας διεθνής μεν, αλλά όχι ιδιαίτερα τεχνίτης αμυντικός, ο Καρλ Χάιντς Φέρστερ. Περισσότερο εγκεφαλικός παίκτης, ήταν πέραν των άλλων και ο αρχηγός της Στουτγκάρδης, της ομάδας της γενέτειράς του, που μαζί με τον πατέρα του δεν έχαναν αγώνα της.

«Η στάση που είχε μέσα στο γήπεδο, ήταν πάντα πιο σημαντική από το ταλέντο», θα πει ο Γιούργκεν Κλοπ κάποια χρόνια αργότερα για τον αγαπημένο του ποδοσφαιριστή.

Ο ίδιος δεν ευτύχησε να φορέσει τη φανέλα της αγαπημένης του Στουτγκάρδης. Ξεκίνησε να παίζει μπάλα στη μικρή Πφορτσχάιμ, βρέθηκε σαν έφηβος για λίγο στη δεύτερη ομάδα της Άιντραχτ Φρανκφούρτης, πέρασε γρήγορα από τη Βικτόρια Σίντλινγκεν και τη Ροτ Βάις Φρανκούρτης και «ρίζωσε» για τα καλά στη Μάιντς.

Το 1989 θα αφήσει πίσω του μια σειρά από δουλειές μερικής απασχόλησης, όπως σε κατάστημα ενοικίασης βίντεο και σε αποθήκες τροφοδοσίας, και θα υπογράψει το πρώτο επαγγελματικό συμβόλαιό του. Αν και αρχικά θα αγωνιστεί ως επιθετικός, στη συνέχεια, όπως ο Φέρστερ, θα καθιερωθεί ως αμυντικός και μέχρι το 2001 θα αποτελέσει βασικό «γρανάζι» της ενδεκάδας, μετέχοντας σε 325 αγώνες και σημειώνοντας 52 γκολ.

«Δεν ήταν τεχνίτης, αλλά ήταν σκληρός και έπαιζε πάντα με πάθος και δύναμη», θυμάται ο –τότε συμπαίκτης του– Τόμας Τσίμερ.

Η επιστήμη του ποδοσφαίρου

Ο Κλοπ δεν έβλεπε το ποδόσφαιρο μόνο ως παιχνίδι, αλλά το αντιμετώπιζε ως ολόκληρη επιστήμη. Διάβαζε τα πάντα γύρω από αυτό, παρακολουθούσε τεχνικές και συστήματα και μελετούσε κυρίως τον Βόλφγκανγκ Φρανκ, έναν από τους πρώτους Γερμανούς προπονητές που επέλεξε τέσσερις παίκτες σε άμυνα ζώνης και ρόμβο στη μεσαία γραμμή. Κερδίζοντας τότε έναν μέτριο μηνιαίο μισθό 2.300 μάρκων, συνειδητοποίησε ότι έπρεπε να αρχίσει να επενδύει στο μέλλον του και για μέλλον ήθελε αυτό που είχε αρχίσει να λατρεύει, την προπονητική. Έτσι, αν και παίκτης ακόμη, δύο φορές την εβδομάδα διέσχιζε 250 μίλια για να βρεθεί στην Κολωνία και να παρακολουθεί μαθήματα στη θρυλική σχολή προπονητών του Έριχ Ρουτεμέλερ.

Τον Φεβρουάριο του 2001 ο προπονητής της Μάιντς, Έκχαρντ Κράουτσουν, απολύθηκε την παραμονή ενός εκτός έδρας αγώνα. Σε έκτακτη σύσκεψη στο ξενοδοχείο με τον αθλητικό διευθυντή, Κρίστιαν Χάιντελ, και τους παίκτες, κρίθηκε ότι το καλύτερο για τον σύλλογο θα ήταν να κοουτσάρει την ομάδα ο Γιούργκεν Κλοπ. Όπως κι έγινε, κι αυτή έμελλε να είναι η αρχή μια σπουδαίας καριέρας. H Mάιντς κερδίζει 1-0 την Ντούισμπουργκ και συνολικά κερδίζει τα 6 από τα 7 τελευταία παιχνίδια της σεζόν. Η ομάδα αγκομαχά, αλλά τελικά σώζεται χάρη σε αυτό το σερί.

Τα δείγματα ήταν θετικά, καθώς ο 34χρονος τότε «νεοφώτιστος» προπονητής άρχισε σταδιακά να μετατρέπει τη Μάιντς, να βάζει το δικό του στίγμα και τελικά το 2004 την ανέβασε στην Μπουντεσλίγκα. Παρά το γεγονός ότι επρόκειτο για μια μικρή ομάδα με έναν από τους χαμηλότερους προϋπολογισμούς, κατάφερε να αγωνιστεί για τρεις διαδοχικές σεζόν στη μεγάλη κατηγορία. Τότε ήταν που εμφανίστηκε η Ντόρτμουντ και ο Κλοπ ένιωσε έτοιμος να κάνει το άλμα. Όμως δεν φυγαδεύτηκε από την πίσω πόρτα ως «προδότης». Απεναντίας, αποθεώθηκε στη σκηνή σαν «ήρωας».

Το πρωί της 23ης Μαΐου 2008, έγινε η ανακοίνωση πως θα είναι ο νέος προπονητής της ομάδας της Βεστφαλίας. Το ίδιο απόγευμα πήγε στο κέντρο του Μάιντς για να πει το «αντίο» στους φιλάθλους και στον σύλλογο, όπου είχε περάσει 19 χρόνια της ζωής του. Ένα παλιό τραγούδι της Τρούντε Χερ ακουγόταν από τα μεγάφωνα, το «Niemals geht man so ganz» («Κανείς δεν φεύγει εντελώς») και 20.000 φίλαθλοι φώναζαν ρυθμικά το όνομα του πρώην –πλέον– προπονητή τους. Εκείνος δεν κατάφερε να συγκρατήσει τα δάκρυά του και υποσχέθηκε στον εαυτό του πως «ποτέ ξανά» δεν θα επιτρέψει να αναπτύξει ένα τέτοιο συναισθηματικό δέσιμο με έναν ποδοσφαιρικό σύλλογο.

Στην Ντόρτμουντ έγινε σύντομα ο κυρίαρχος του παιχνιδιού. Η ομάδα απέδιδε εξαιρετικό και γρήγορο ποδόσφαιρο, και ταυτόχρονα έπαιρνε και τα αποτελέσματα που αναζητούσε. Μέσα σε μια επταετία κατέκτησε δύο πρωταθλήματα (2011, 2012), ένα Κύπελλο (2012), 2 σούπερ καπ (2013, 2014), πήγε στον τελικό του Champions League (2013) και πέτυχε και το πρώτο νταμπλ στην ιστορία της (2012). Και ακριβώς όπως στο Μάιντς, έτσι και στο Ντόρτμουντ, οι οπαδοί όχι απλά σέβονταν τον Κλοπ ως προπονητή, αλλά τον αγαπούσαν ως φίλο και τον ακολουθούσαν ως οδηγό.

Δυστυχώς, ο πατέρας του δεν ζούσε πια για να δει τα επιτεύγματα του γιου του. Είχε πεθάνει το 2000 από καρκίνο, όμως είχε προλάβει να του περάσει την αφοσίωση για την τελειότητα.

Ο Κλοπ δόθηκε ολοκληρωτικά στην Ντόρτμουντ και πέτυχε να ελέγχει τα πάντα γύρω από την ομάδα. Μιλούσε ο ίδιος προσωπικά με τους χορηγούς του συλλόγου για να εξασφαλίσει τη συνεχιζόμενη επιχειρηματική δραστηριότητά τους, είχε την απόλυτη επίβλεψη των τμημάτων υποδομής, μετείχε στις μεταγραφικές διαδικασίες. Παράλληλα, παρακολουθούσε επί ώρες βίντεο, πέντε κι έξι ώρες την ημέρα για έναν αγώνα 90 λεπτών, συνέχιζε να μελετά τακτικές και συστήματα, όχι όμως και τη στατιστική, καθώς ο ίδιος έχει δηλώσει πως μόνο ένα μικρό μέρος της στατιστικής ανάλυσης και των αριθμητικών δεδομένων τον ενδιαφέρουν πραγματικά.

Όσο κι αν φαινόταν αδύνατον να συμβεί, έφτασε τελικά η στιγμή που Ντόρτμουντ και Κλοπ θα ακολουθούσαν χωριστούς δρόμους. Το απόγευμα της 23ης Μαΐου 2015, ακριβώς επτά χρόνια μετά την αποχώρησή του από τη Μάιντς, ο Γερμανός τεχνικός είπε το «αντίο» και στην Ντόρτμουντ. Μόνο που τώρα είχε αποφασίσει να καταγράψει εκ των προτέρων ένα μήνυμα σε βίντεο. Καθώς προβαλλόταν στη μεγάλη οθόνη, ο κόσμος τον αποθέωνε κι αυτός στεκόταν στο κέντρο του γηπέδου κοιτάζοντας τον εαυτό του και τα δάκρυα μαζεύτηκαν πάλι στα μάτια του. «Κανείς δεν φεύγει εντελώς», θα πρέπει να σκέφτηκε εκείνη τη στιγμή….

Στις 5 Οκτωβρίου 2015 άνοιξε ένας νέος ορίζοντας και μια τεράστια πρόκληση, καθώς ο Κλοπ συμφώνησε να αναλάβει τη Λίβερπουλ, αντικαθιστώντας τον Μπρένταν Ρότζερς. Κατά τη διάρκεια της πρώτης συνέντευξης Τύπου, «βάφτισε» τον εαυτό του «The Normal One» ως παρωδία του διάσημου «The Special One», με το οποίο αυτοχαρακτηρίζεται ο ίδιος ο Ζοζέ Μουρίνιο. Σε αυτά τα χρόνια κατάφερε με τους «κόκκινους» να φτάσει σε τρεις τελικούς, στο League Cup το 2016, στο Europa League το 2016 και το Champions League το 2018. Το 2019 έμελλε να γράψει χρυσή σελίδα στην ιστορία της ομάδας. Η νίκη επί της Τότεναμ στον τελικό της Μαδρίτης οδήγησε τη Λίβερπουλ στην κατάκτηση του Champions League.

Ποια είναι όμως η φιλοσοφία του Κλοπ για το ίδιο το ποδόσφαιρο;

«Η διασκέδαση είναι το πιο σημαντικό κομμάτι του ποδοσφαίρου. Υπάρχουν πάρα πολλά πραγματικά σοβαρά προβλήματα σε αυτόν τον κόσμο για να κάνουμε ακόμα και το ποδόσφαιρο βαρετό».

Ο Γιούργκεν είναι πολύ ιδιαίτερος. Τα χρόνια που ήταν παίκτης δεν παράτησε τις σπουδές του. Αντίθετα, πήρε το δίπλωμά του στις Αθλητικές Επιστήμες, φοιτώντας στο Goethe University of Frankfurt. Πήγε στην Ντόρτμουντ με μικρότερο συμβόλαιο από αυτό που είχε στη Μάιντς, πιστεύοντας στον εαυτό του.

Το 2013 έκανε εμφύτευση μαλλιών και δεν είχε κανένα πρόβλημα να μιλήσει δημόσια γι’ αυτό. Δεν αποχωρίζεται τα μπέιζμπολ καπέλα,  όπως αυτό με το γούρικο «pöhler» («ποδοσφαιριστής» στην τοπική διάλεκτο του Ρουρ) που οδήγησαν 4ο διαιτητή να του πει ότι… μυρίζει.

Ο Κλοπ δεν δίστασε να τσαλακώσει την εικόνα του, κάνοντας τον πανηγυρισμό του Ντάνιελ Στάριτζ σε μικρά παιδιά.

Έχει εξαιρετικά ανεπτυγμένη την αίσθηση του χιούμορ και τον Δεκέμβριο του 2014, όταν η Ντόρτμουντ βρέθηκε στον πάτο του βαθμολογικού πίνακα της Bundesliga, στο χριστουγεννιάτικο πάρτι του συλλόγου ο Κλοπ έβαλε τους παίκτες του πίσω από την μπάρα για δύο ώρες, να σερβίρουν μπύρες στους οπαδούς. Ήταν ο τρόπος που επέλεξε ο Γερμανός τεχνικός για να ζητήσει συγγνώμη για την κακή πορεία της ομάδας.

Είναι ο μοναδικός προπονητής που έχει περισσότερες νίκες από ήττες κόντρα στον Πεπ Γκουαρδιόλα (8-6) και περισσότερες νίκες και κόντρα στον Ζοζέ Μουρίνιο (4-2).

Ο Γιούργκεν Νόρμπερτ Κλοπ μεταφέρει τη δική του φιλοσοφία στους παίκτες του: «Θέλουμε να γράψουμε ιστορίες για το μέλλον, να έχουμε να διηγούμαστε στα εγγόνια μας».

Τον έχασε η… ιατρική

Η ιστορία του Γιούργκεν Kλοπ αρχίζει από τη Στουτγκάρδη όπου γεννήθηκε. Από έναν πατέρα που στο παρελθόν υπήρξε τερματοφύλακας  και μέσω του οποίου ο Κλοπ έμαθε το ποδόσφαιρο.

Στην περίπτωση του Κλοπ, δεν είχαμε μια ιστορία κεραυνοβόλου έρωτα. Ο νεαρός Γιούργκεν είχε το όνειρο να γίνει γιατρός αλλά, όπως ομολογεί ο ίδιος, δεν ήταν τόσο έξυπνος γι’ αυτό. Ο Κλοπ όμως, αντίθετα με ό,τι θέλει να δείχνει ότι πιστεύει, ήταν ανέκαθεν πολύ έξυπνος. Και κάποιες φορές το γεγονός ότι δεκάδες ιδέες πέρναγαν από το μυαλό του την ώρα που έπαιζε ποδόσφαιρο ήταν ίσως από τα μεγαλύτερα μειονεκτήματά του. Παραδέχεται ο ίδιος πως «ποτέ δεν ήμουν καλός στο να φέρνω τις ιδέες που είχα στο μυαλό μου στο χορτάρι: είχα το ταλέντο ενός ποδοσφαιριστή της 5ης κατηγορίας και το μυαλό ενός ποδοσφαιριστή της Bundesliga. Το αποτέλεσμα ήταν μια καριέρα στη δεύτερη κατηγορία».

Η δασκάλα που έκλεψε την καρδιά του Κλοπ

Η Ούλα Σάντροκ αποτελεί το έτερον ήμισυ του Γιούργκεν Κλοπ. Η Ούλα δούλευε σε μπαρ στο Oktoberfest και οι δυο τους ενώθηκαν με τα δεσμά του γάμου τον Δεκέμβριο του 2005.

Η σύζυγος του Γιούργκεν ήταν δασκάλα, και στο παρελθόν είχε εργαστεί για τρία χρόνια σε γερμανικό σχολείο στο Ναϊρόμπι (Κένυα), ενώ τώρα είναι συγγραφέας παιδικών βιβλίων. Το 2008 δημοσιεύτηκε το βιβλίο της «Tom and the Magic Football», με την ιστορία να έχει να κάνει με ένα 11χρονο παιδί που βρίσκει μία μπάλα ποδοσφαίρου στη σοφίτα του σπιτιού του, που τον μετατρέπει σε έναν εκπληκτικό ποδοσφαιριστή.

Δύο χρόνια αργότερα έγραψε το sequel του βιβλίου της, με τον Γιούργκεν Κλοπ να την αποθεώνει για τη δουλειά της λέγοντας: «Είναι σαν τον Χάρι Πότερ, αλλά έχει σχέση με το ποδόσφαιρο».

Και οι δύο έχουν αποκτήσει παιδιά από προηγούμενους γάμους τους. Ο Κλοπ έχει δύο γιους, με τον έναν εκ των δύο, τον 30χρονο Μαρκ, να έχει παίξει στο παρελθόν στην Ντόρτμουντ αλλά να έχει σταματήσει πρόωρα την καριέρα του εξαιτίας τραυματισμών.

 

Διαβάστε επίσης