Ανάπτυξη σε ορίζοντα πενταετίας περιμένουν 9 στις 10 επιχειρήσεις στην Ελλάδα

Ενδεικτικά είναι τα αποτελέσματα παγκόσμιας έρευνας που πραγματοποίησε η τράπεζα HSBC σε 35 χώρες

«Η οικονομία είναι κλίμα» ισχυρίζονται οι γκουρού των αγορών. Κι όσο η αισιοδοξία θα επικρατεί της απαισιοδοξίας, τόσο οι θετικές προσδοκίες των εκπροσώπων του επιχειρείν θα πλησιάζουν στην ευόδωσή τους ωσάν αυτοεκπληρούμενες προφητείες.

Επιμέλεια: Νίκος Τσαγκατάκης

Το καλό για τις ελληνικές –και όχι μόνο– επιχειρήσεις είναι ότι βρίσκονται σε αυτή την αισιόδοξη συγκυρία, και μάλιστα έπειτα από σχεδόν μία δεκαετία σκληρής δημοσιονομικής προσαρμογής, όχι απλώς ελπίζουν σε ένα καλύτερο επιχειρηματικό μέλλον, αλλά διατρανώνουν αυτή την πίστη τους αναφορικά με τις μελλοντικές δυνατότητες ανάπτυξης και τις προοπτικές τους για το διεθνές εμπόριο. Αυτό τουλάχιστον προκύπτει από τα συμπεράσματα έρευνας που πραγματοποίησε πρόσφατα η διεθνής τράπεζα η τράπεζα HSBC σε 35 χώρες και με τη συμμετοχή περισσότερων από 9.100 εταιρειών.

ΟΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΜΑΣ ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΝΑ ΥΙΟΘΕΤΟΥΝ ΜΙΑ «ΑΡΓΗ ΚΑΙ ΣΤΑΘΕΡΗ» ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ, ΠΡΟΚΕΙΜΕΝΟΥ ΝΑ ΣΤΑΘΕΡΟΠΟΙΗΣΟΥΝ ΤΗΝ ΠΟΡΕΙΑ ΤΟΥΣ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΜΙΑ ΤΑΡΑΧΩΔΗ ΔΕΚΑΕΤΙΑ

Ειδικότερα με βάση τις απαντήσεις που δόθηκαν στην έρευνα που τιτλοφορείται «Navigator: Now, next and how», σε 85% ανέρχεται το ποσοστό των ελληνικών επιχειρήσεων που αναμένουν ότι το επόμενο έτος θα αναπτυχθούν, όταν ο σχετικός μέσος ευρωπαϊκός όρος είναι μικρότερος και φτάνει το 79%. Αξίζει, μάλιστα, να σημειωθεί ότι το 65% των εταιρειών στην Ελλάδα δηλώνουν το 2019 πιο αισιόδοξες σε σχέση με το 2018, και αυτό είναι το μεγαλύτερο ποσοστό στην Ευρώπη. Θα πρέπει ωστόσο να διευκρινιστεί ότι μόνο το 19% των εταιρειών στη χώρα μας ανήκουν στην κατηγορία «επιχειρήσεων υψηλής ανάπτυξης», δηλαδή αναμένουν ανάπτυξη που υπερβαίνει το 15%, όταν το αντίστοιχο ποσοστό σε παγκόσμιο επίπεδο είναι εμφανώς υψηλότερο και αγγίζει το 21%.

Σε ορίζοντα πενταετίας, τώρα, το ποσοστό των επιχειρήσεων στην Ελλάδα που αναμένουν ανάπτυξη σκαρφαλώνει στο 90%, ποσοστό μεγαλύτερο από τον παγκόσμιο και τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (82% και 80% αντίστοιχα). Μόνο, όμως, το 35% των συμμετεχόντων στην έρευνα από την Ελλάδα αναμένουν ότι η επιχείρησή τους θα αλλάξει ριζικά ή σημαντικά τα επόμενα πέντε χρόνια, ενώ ο αντίστοιχος μέσος όρος παγκοσμίως φτάνει στο 50% και στην Ευρώπη το 41%.

Αισιοδοξία και για την εξωστρέφεια

Θετικό πρόσημο βάζουν οι ελληνικές επιχειρήσεις σε ποσοστό 81% και στις προοπτικές της επιχείρησής τους ως προς το διεθνές εμπόριο τα επόμενα δύο χρόνια, σύμφωνα πάντα με τα ευρήματα της έρευνας της HSBC. Μάλιστα, οι επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται διεθνώς είναι ακόμα πιο αισιόδοξες για το μέλλον τους – 98% αυτών των εταιρειών είναι θετικές σε σχέση με την ανάπτυξή τους το επόμενο έτος έναντι 85% του μέσου όρου των επιχειρήσεων στην Ελλάδα. Για την εξωστρέφεια του ελληνικού επιχειρείν, το διεθνές εμπόριο είναι κρίσιμο-κομβικό μέγεθος αφού, όπως συμβαίνει παγκοσμίως, εκτιμάται ότι θα λειτουργήσει ως μοχλός ανάπτυξης για τα επόμενα πέντε χρόνια. Στη συντριπτική τους πλειοψηφία οι ερωτηθέντες επ’ αυτού απάντησαν ότι το διεθνές εμπόριο αναμένουν να φέρει νέες επιχειρηματικές ευκαιρίες (86%), να προωθήσει την καινοτομία (76%) και να βελτιώσει την αποδοτικότητά τους (69%). Σε κάθε περίπτωση, από την έρευνα προκύπτει ότι οι επιχειρήσεις στην Ελλάδα φαίνεται να υιοθετούν μια «αργή και σταθερή» στρατηγική προκειμένου να σταθεροποιήσουν την πορεία τους μετά από μια ταραχώδη δεκαετία.

ΕΥΡΩΠΗ, ΑΣΙΑ ΚΑΙ ΒΟΡΕΙΑ ΑΜΕΡΙΚΗ ΟΙ ΑΓΟΡΕΣ ΠΟΥ ΕΝΔΙΑΦΕΡΕΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΕΠΙΧΕΙΡΕΙΝ

Προτεραιότητα το εντός Ε.Ε. εμπόριο

Για τις επιχειρήσεις στην Ελλάδα, η Ευρώπη είναι και θα παραμένει ο βασικός εμπορικός εταίρος, γεγονός διόλου παράξενο αν αναλογιστεί κάποιος ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι η μεγαλύτερη εμπορική «δεξαμενή» στον κόσμο που αριθμοί περισσότερους από 500.000.000 καταναλωτές. Το 84% των εξωστρεφών επιχειρήσεων δραστηριοποιούνται εντός Ευρώπης ενώ ένα μικρό ποσοστό έχει επεκταθεί περισσότερο προς τις γεωγραφικές περιφέρειες της Μέσης Ανατολής & Βόρειας Αφρικής (10%), της Βόρειας Αμερικής (8%) ή της Ασίας Ειρηνικού (2%). Πάντως, μέσα στα επόμενα τρία με πέντε χρόνια, οι επιχειρήσεις από την Ελλάδα αναμένουν να ενισχύσουν τη δραστηριοποίησή τους στη Βόρεια Αμερική. Συγκεκριμένα, το 15% των επιχειρήσεων αναφέρει τη Βόρεια Αμερική ως την κορυφαία περιοχή για ανάπτυξη.

Εντός της Ευρώπης τώρα, η Γερμανία είναι ο κύριος εμπορικός εταίρος, καθώς αναφέρθηκε από το 34% των ελληνικών επιχειρήσεων. Ακολουθούν η Ιταλία (26%) και η Κύπρος (19%). Στο μέλλον οι ελληνικές επιχειρήσεις επιθυμούν να αυξήσουν το εμπόριό τους με την Κύπρο (21%), τη Βουλγαρία (18%) και τη Γαλλία (12%). Η Γερμανία θα παραμείνει μια κορυφαία αγορά, αλλά μόνο το 15% των επιχειρήσεων στην Ελλάδα αναφέρουν ότι θέλουν να επεκταθούν εκεί.

Οι ευνοϊκές ευκαιρίες συνεργασίας (68%), η αποδεδειγμένη καταναλωτική ζήτηση (64%) και η πρόσβαση σε νέους προμηθευτές/συνεργάτες σε αυτές τις αγορές (50%) αναφέρονται από τις επιχειρήσεις στην Ελλάδα ως οι βασικοί λόγοι για τους οποίους προτιμούν να δραστηριοποιούνται στην Ευρώπη.

Από την άλλη πλευρά, οι ξένες επιχειρήσεις δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα επειδή θεωρούν ότι τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες τους είναι ανώτερες από αυτά που υπάρχουν στη χώρα (31%), θέλουν να επεκταθούν στην ελληνική αγορά πριν από τους ανταγωνιστές τους (30%), αλλά και λόγω των ευνοϊκών ευκαιριών για εξεύρεση συνεργατών στην Ελλάδα (29%).

Τι διώχνει τις επιχειρήσεις;

Λιγότερες από τις μισές επιχειρήσεις στην Ελλάδα (46%) σταμάτησαν ή περιόρισαν τις εμπορικές σχέσεις τους με άλλες αγορές την τελευταία διετία και 26% σκοπεύουν να το πράξουν τα επόμενα δύο χρόνια. Και τα δύο ποσοστά είναι μικρότερα από τους αντίστοιχους παγκόσμιους μέσους όρους (55% και 46%).

Αυτό που παρουσιάζει ξεχωριστό ενδιαφέρον είναι το γιατί οι επιχειρήσεις έχουν αποχωρήσει –ή σκέφτονται να το πράξουν– από την Ελλάδα, όπου την… πρωτιά των αιτίων τη μοιράζονται με 24% δύο λόγοι: αφενός τα ανεπαρκή πρότυπα βιωσιμότητας και αφετέρου οι κίνδυνοι φυσικής ασφάλειας. Επίσης, βασικός λόγος που αποθαρρύνει τις επιχειρήσεις από το εξωτερικό να δραστηριοποιηθούν στη χώρα μας είναι οι πρόσθετοι δασμοί (21%), με αρκετά υψηλό ποσοστό επιχειρήσεων (20%) να δηλώνουν ότι φοβούνται το ελληνικό «άνοιγμά» τους λόγω γεωπολιτικών κινδύνων. Σχετικό με τα παραπάνω είναι και το επόμενο εύρημα της έρευνας της HSBC, που δείχνει ότι σχεδόν 6 στις 10 επιχειρήσεις στην Ελλάδα (59%) αισθάνονται τον αντίκτυπο των γεωπολιτικών εξελίξεων, σε ηπιότερο όμως βαθμό από τον παγκόσμιο μέσο όρο (64%).

Εξάλλου, μεγάλο είναι το ποσοστό των επιχειρήσεων παγκοσμίως (σ.σ. 65%) που βιώνει έντονα τις επιπτώσεις του προστατευτισμού, σε σύγκριση με το 55% στην Ευρώπη, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό στην Ελλάδα φτάνει το 60%. Η έρευνα «Navigator: Now, next and how» διαπίστωσε ότι οι επιχειρήσεις παγκοσμίως σε γενικές γραμμές πιστεύουν ότι ο προστατευτισμός λειτουργεί προς όφελός τους. Πάνω από τις μισές ελληνικές επιχειρήσεις (53%) πιστεύουν ότι κερδίζουν περισσότερα απ’ ό,τι χάνουν από αυτές τις πολιτικές, ποσοστό ελαφρώς μικρότερο από τον παγκόσμιο μέσο όρο αλλά λίγο μεγαλύτερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Για τις ελληνικές επιχειρήσεις τα κορυφαία κίνητρα για να εφαρμόσουν κανόνες βιωσιμότητας είναι η αύξηση των πωλήσεων (35%), η κάλυψη των απαιτήσεων των αγοραστών (26%) και η συμμόρφωση με τις κανονιστικές απαιτήσεις (25%). Αλλά οι επιχειρήσεις στην Ελλάδα αισθάνονται λιγότερο ικανές να ενισχύουν τους Στόχους Βιώσιμης Ανάπτυξης του ΟΗΕ. Μόνο το 42% των εταιρειών στην Ελλάδα πιστεύουν ότι μπορούν να διαδραματίσουν κάποιο ρόλο για την επίτευξη των συγκεκριμένων στόχων, και το 15% πιστεύει ότι ο ρόλος τους είναι σημαντικός. Τα ποσοστά σε παγκόσμιο επίπεδο είναι 63% και 25% αντίστοιχα και στην Ευρώπη 53% και 17% αντίστοιχα.

 

Διαβάστε επίσης