«Ιφιγένεια» το πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων

Στον βωμό του υπερπλεονάσματος θυσιάστηκε για ακόμη μια φορά το πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων. Στην προσπάθειά της η κυβέρνηση να δημιουργήσει δημοσιονομικό χώρο, ώστε οι Ευρωπαίοι εταίροι-δανειστές να μην «κλωτσήσουν» στο πακέτο εξαγγελιών Τσίπρα και τη διάσωση των συντάξεων από το προσυμφωνημένο ψαλίδισμα, το οικονομικό επιτελείο επιδόθηκε σε μια υπερσυσσώρευση πλεονάσματος που προσήλθε κατά βάση από τη συρρίκνωση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων.

Της Αθανασίας Ακρίβου

Δεν πρόκειται, φυσικά, για την πρώτη χρονιά που η κυβέρνηση διαλέγει τον συγκεκριμένο δρόμο (σ.σ. μαζί με την υπερφορολόγηση και την καθυστερημένη εξόφληση των ιδιωτών) για να δημιουργήσει υπερπλεόνασμα. Σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία εκτέλεσης του κρατικού προϋπολογισμού (βλ. πίνακα), σε τροποποιημένη ταμειακή βάση, για την περίοδο Ιανουαρίου – Οκτωβρίου 2018, παρουσιάζεται πλεόνασμα στο ισοζύγιο του κρατικού προϋπολογισμού ύψους 1.650 εκατ. ευρώ έναντι στόχου για έλλειμμα 1.127 εκατ. ευρώ που έχει περιληφθεί στην επεξηγηματική έκθεση του ΜΠΔΣ 2019-2022, για το αντίστοιχο διάστημα του 2018, και πλεονάσματος 144 εκατ. ευρώ το αντίστοιχο διάστημα του 2017.

Το πρωτογενές αποτέλεσμα διαμορφώθηκε σε πλεόνασμα ύψους 6.460 εκατ. ευρώ, έναντι στόχου για πρωτογενές πλεόνασμα 3.584 εκατ. ευρώ και πρωτογενούς πλεονάσματος 5.330 εκατ. ευρώ για την ίδια περίοδο το 2017, ενώ το πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων συμπιέστηκε κατά 1.321 εκατομμύρια ευρώ. Όπως καταλαβαίνουμε, η συμπίεση αυτή συνεισέφερε κατά 1.321 εκατομμύρια στο πρωτογενές πλεόνασμα.

 

Τι προσφέρουν οι δημόσιες επενδύσεις

Οι δημόσιες επενδύσεις είναι ο εύκολος στόχος για την κυβέρνηση, διότι μία μείωσή τους επιφέρει ασύγκριτα μικρότερο πολιτικό κόστος από το αν η αιματηρή οικονομία υλοποιείτο μέσω περικοπών των κοινωνικών παροχών. Το πόσο, όμως, στοιχίζει αυτή η επιλογή στην πραγματική οικονομία μένει συνήθως στην αφάνεια.

Κατ’ αρχάς, οι δημόσιες επενδύσεις δημιουργούν ένα καταλληλότερο περιβάλλον για τον ιδιωτικό τομέα μέσω των κατάλληλων υποδομών. Οι δημόσιες επενδύσεις στους τομείς, π.χ., της ενέργειας ή των τηλεπικοινωνιών, μπορούν να τονώσουν τις ιδιωτικές επενδύσεις και αυτές με τη σειρά τους να οδηγήσουν σε αύξηση της παραγωγικότητας και επαγωγικά την οικονομική ανάπτυξη. Επιβεβαιωτικά αυτής της αλυσιδωτής διαδικασίας είναι τα ευρήματα πρόσφατης μελέτης που διενήργησε η Κομισιόν, στην οποία μετρήθηκε η επίδραση της δημόσιας επενδυτικής δαπάνης στους δημοσιονομικούς πολλαπλασιαστές, στον ρυθμό, δηλαδή, με τον οποίο μεταβάλλεται το εθνικό εισόδημα χάρη της δημόσιας επένδυσης.

Στην Ευρωζώνη η τιμή τού εν λόγω πολλαπλασιαστή υπολογίστηκε ότι κυμαίνεται από 1,3 έως 1,8 δισ. Τι σημαίνει αυτό; Ότι δαπανώντας το κράτος €1, αυτό έχει αυξητική επίδραση στο ΑΕΠ της χώρας κατά 30 ή 80 σεντς αντίστοιχα. Η συνολική υστέρηση των επενδύσεων τόσο δημοσίων όσο και ιδιωτικών, που όπως είπαμε και παραπάνω πρέπει να υπάρξουν αρχικά κρατικές για να μπορέσουν να υπάρξουν και ιδιωτικές, αποτυπώνονται στο γράφημα που δημοσιεύει η «Α».

Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Eurostat, η Ελλάδα είναι τελευταία και… καταϊδρωμένη στη λίστα των επενδύσεων. Κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ο οποίος ως ποσοστό του ΑΕΠ είναι στο 20%. Στην Ελλάδα, οι επενδύσεις κυμαίνονται στο 12,6%, πράγμα που σημαίνει ότι η χώρα μας έχει να διανύσει μεγάλο δρόμο για να αγγίξει τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

 

Η άλλη πλευρά

Από την άλλη πλευρά, υπάρχει και η άποψη πως η μη περαιτέρω περικοπή των συντάξεων ενδεχομένως να τονώσει την κατανάλωση, η οποία είναι και το ζητούμενο στην Ελλάδα. Ωστόσο, ακόμη και αν συμβεί κάτι τέτοιο, η επίδρασή της θα είναι βραχυχρόνια, σε αντίθεση με τις επενδύσεις που έχουν μακροχρόνιο αντίκτυπο στην ανάπτυξη μιας χώρας.

Σε κάθε περίπτωση, αυτό που στην πραγματικότητα συνέβη δεν εξηγείται με οικονομικούς αλλά με πολιτικούς όρους: η κυβέρνηση προφανώς αποφάσισε να εξαργυρώσει τις επενδύσεις με ένα υπερπλεόνασμα, το οποίο με τη σειρά του το εξαργύρωσε με το μη κόψιμο των συντάξεων, που μπορεί να αποδειχτεί σωτήριο την ώρα της κάλπης. Διότι αλλιώς πας στις εκλογές με 2.000.000 δυσαρεστημένους συνταξιούχους κι αλλιώς με 2.000.0000 ανακουφισμένους…

 

 

 

Διαβάστε επίσης