Ο Τσίπρας μοιράζει λεφτά, η Κομισιόν του βάζει χέρι, τον λογαριασμό θα πληρώσει ο Κυριάκος

H αυστηρή έκθεση της Ε.Ε. για τη μεταμνημονιακή πρόοδο της ελληνικής οικονομίας χαλάει τη… μανέστρα του ΣΥΡΙΖΑ για νέες προεκλογικές παροχές

Οι εναλλαγές από οργή σε… στοργή και το αντίστροφο των σχέσεων που έχει αναπτύξει ο οργανισμός ΣΥΡΙΖΑ με τους εκπροσώπους των θεσμών που επόπτευαν (σ.σ. και συνεχίζουν να εποπτεύουν) τη χώρα επιβεβαιώθηκε για άλλη μία φορά, με αφορμή την τρίτη έκθεση ενισχυμένης εποπτείας της Κομισιόν για την πορεία της ελληνικής οικονομίας. Κι αν οι ενστάσεις είναι κομψά διατυπωμένες, δεν παύει να είναι ηχηρό το προειδοποιητικό καμπανάκι που χτύπησαν οι Βρυξέλλες, σε μία στιγμή μάλιστα που ο Αλέξης Τσίπρας είναι πολλαπλά στριμωγμένος στα σκοινιά του εγχώριου πολιτικού ρινγκ.

Του Δημήτρη Τζιβελέκη

Όταν η Κομισιόν, στο πλαίσιο των εαρινών προβλέψεών της στις αρχές Μαΐου, εκτιμούσε ότι τη διετία 2019-2020 η Ελλάδα θα επιτύγχανε αυξημένους ρυθμούς ανάπτυξης, αποδεχόμενη μάλιστα ως βασικό σενάριο εργασίας ότι η Αθήνα δεν θα εφαρμόσει τη μείωση του αφορολόγητου ορίου από το 2020, κάποιοι αναρωτιούνταν για δύο πράγματα: αφενός για το αν το προεκλογικό παροχολογικό πακέτο Τσίπρα θα έθετε εν αμφιβόλω τους μεταμνημονιακούς δημοσιονομικούς στόχους και, αφετέρου, αν οι Βρυξέλλες σκόπευαν να τραβήξουν το χαλινάρι.

Η απάντηση δόθηκε άμεσα και ήταν εύλογη. Με τις δημοσκοπήσεις εν όψει των ευρωεκλογών της 26ης Μαΐου να δείχνουν πανευρωπαϊκά άνοδο των ευρωσκεπτικιστών και ακραίων δυνάμεων, ουδείς στο κονκλάβιο των Βρυξελλών θα λάμβανε το ρίσκο να υποστηρίξει ανοιχτά τη διατήρηση συνταγών λιτότητας στην Ελλάδα, αντιμαχόμενος μέτρα που σε ένα μικρό βαθμό την μετρίαζαν.

Η… λυπητερή

Τελικά η κάλπη μίλησε και η… κανονικότητα του καθεστώτος επιτήρησης και «μαλώματος» επανήλθε δριμύτερη. Την περασμένη Τετάρτη, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημοσιοποίησε τη… λυπητερή για την ελληνική οικονομία, λέγοντας απερίφραστα ότι τα δημοσιονομικά μέτρα που υιοθέτησε στις 15 Μαΐου η κυβέρνηση Τσίπρα (βλ. μόνιμη 13η σύνταξη, μείωση ΦΠΑ κ.λπ.) συνιστούν κίνδυνο για την επίτευξη του συμφωνηθέντος στόχου για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ. Σημειώνει, μάλιστα, η Κομισιόν ότι το μέγεθος του ρίσκου θα εξαρτηθεί από την εφαρμογή των νέων σχημάτων για εξόφληση των οφειλών με δόσεις και τον αντίκτυπο που αυτή θα έχει στα υφιστάμενα.

Για να μην υπάρχει καμία αμφιβολία για το… εγκεφαλικό των θεσμών, η ανησυχία των Ευρωπαίων κομισάριων δεν περιορίστηκε στο φιλολογικό επίπεδο, αλλά κοστολογήθηκε και σε νούμερα. Συγκεκριμένα η έκθεση της Κομισιόν αναφέρει ότι:

>>Για το 2019 και το 2020 οι ρυθμίσεις οφειλών εκτιμάται ότι θα έχουν δημοσιονομικό κόστος της τάξης του 0,3%-0,6% επί του ΑΕΠ, ποσοστά που μεταφράζονται σε ένα εύρος επιβάρυνσης από 570 εκατ. ευρώ έως 1,14 δισ. ευρώ.

>>Για την ίδια εξεταζόμενη περίοδο, οι ψηφισθείσες μειώσεις στον ΦΠΑ κοστολογούνται δημοσιονομικά το 2019 στο 0,3% του ΑΕΠ, ήτοι 570 εκατ. ευρώ, και το 2020 στο 0,4% του ΑΕΠ, δηλαδή 760 εκατ. ευρώ.

>>Για τη διετία 2019-2020, οι αλλαγές στις συντάξεις χηρείας και η παροχή της λεγόμενης 13ης σύνταξης εκτιμάται ότι θα κοστίσουν στον προϋπολογισμό περί το 0,5% του ΑΕΠ ετησίως, δηλαδή 950+950 εκατ. ευρώ.

Η… σούμα των δανειστών βγάζει ένα αθροιστικό δημοσιονομικό κόστος που για το 2019 υπολογίζεται σε 1,1%-1,4% του ΑΕΠ (από 2,1 έως 2,6 δισ. ευρώ) και αντίστοιχα για το 2020 εκτιμάται ότι θα ανέλθει σε 1,2%-1,5% του ΑΕΠ, δηλαδή από 2,3 έως 2,9 δισ. ευρώ.

Ξύπνησε μέσα του ο “Τσίπρας του 2014”!

Βασισμένοι στα παραπάνω στοιχεία, οι θεσμοί έστειλαν μέσω της έκθεσής τους το ξεκάθαρο μήνυμα στην Αθήνα ότι το φθινόπωρο θα επανεξεταστεί η συμμόρφωση της Ελλάδας με τις απαιτήσεις που ορίζονται από το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Θυμίζεται ότι μέχρι τότε θα έχει προηγηθεί το Eurogroup της 13ης Ιουνίου, στο μενού του οποίου θα υπάρχει (σ.σ. έστω και στο περιθώριο της συνόδου) η χώρα μας και που σύμφωνα με τα λεγόμενα του αντιπροέδρου της Επιτροπής, Βάλντις Ντομπρόβσκις, η κουβέντα επί της τήρησης των ελληνικών δεσμεύσεων για μεταρρυθμίσεις και απαρέγκλιτη δημοσιονομική πορεία θα είναι μία «δύσκολη συζήτηση».

Αναπόφευκτα αυτή η δημοσιονομική πίεση μεταφέρεται και στο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό. Δεδομένου ότι μας χωρίζουν μόλις 4 εβδομάδες από τη «μητέρα των μαχών» της 7ης Ιουλίου, ο Αλέξης Τσίπρας γνωρίζει ότι δεν έχει πλέον στη φαρέτρα του πολλά όπλα για να κλείσει την ψαλίδα του -9,5% που τον χωρίζει από τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Και τώρα που  είχε σχεδιάσει να ανακοινώσει επιπλέον μέτρα για τη στήριξη της μεσαίας τάξης και την ενίσχυση της ανάπτυξης, είδε τους μέχρι πρότινος «συντρόφους» της Κομισιόν να απειλούν να αφήσουν μετεξεταστέα την ελληνική οικονομία εξαιτίας των παροχών.

Το ότι οι ενστάσεις των δανειστών δένουν τα χέρια του Αλ. Τσίπρα εξηγεί εν πολλοίς και τον εκνευρισμό που επέδειξε ο πρωθυπουργός την Πέμπτη έξω από τις νεραντζιές του Μαξίμου. Εκεί δηλαδή που ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ, ενθυμούμενος τον προ του 2014 αντιμνημονιακό εαυτό του, έκανε λόγο για «ακραίους συντηρητικούς κύκλους» εντός κι εκτός Ελλάδας που θέλουν να γυρίσουν τη χώρα στα μνημόνια. Εκείνος δε που το τερμάτισε ήταν ο Ευκλείδης Τσακαλώτος που δήλωσε από τηλεοράσεως ότι ο Κλ. Ρέγκλινγκ «λέει ανοησίες» και πως «αν τον είχα φοιτητή, θα τον έκοβα»

Σε κάθε περίπτωση, το ερώτημα που τίθεται είναι πώς θα αντιπαρέλθει η κυβέρνηση τον σκόπελο των ενστάσεων που εγείρουν οι εταίροι για τη γαλαντομία της. Εκτός, πια, αν το ερώτημα μείνει επίτηδες αναπάντητο, ώστε στον σκόπελο του αυξημένου δημοσιονομικού λογαριασμού –εφόσον επιβεβαιωθούν οι προβλέψεις τη Κομισίον– να προσκρούσει το καράβι της επόμενης κυβέρνησης, που κατά τα φαινόμενα θα είναι αυτή του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Διαβάστε επίσης