Πού θα κάτσει η μπίλια της ύφεσης

Ντεζαβαντάζ η μνημονιακή κόπωση της Ελλάδας, που όμως μπορεί να μετατραπεί σε  πλεονέκτημα

Σε μία τηλεδιάσκεψη με επενδυτές ένας από τους γνωστότερους επιχειρηματίες της χώρας περιέγραψε προ ημερών την κατάσταση που βιώνει η ελληνική οικονομία ελέω κορωνοϊού ως την «τέλεια καταιγίδα», εκτιμώντας ότι βρισκόμαστε όχι στο τέλος αλλά στην αρχή της περιπέτειας. Τo μεγαλύτερο πρόβλημα ότι κανείς δεν μπορεί να προβλέψει ούτε καν με σχετική ακρίβεια το μέγεθος της πλημμύρας που θα προκαλέσει αυτή η υγειονομική καταιγίδα. Πολλώ δε μάλλον τα αναχώματα που θα την ανακόψουν…

Του Νίκου Τσαγκατάκη

Είναι πολλά τα πράγματα που αρχίζει κανείς αγνοώντας την έξοδο, είπε κάποτε ο Σαρτρ, αναφερόμενος στην αγάπη, την καριέρα και την επανάσταση. Αλλά αν ζούσε σήμερα δεν αποκλείεται ο Γάλλος φιλόσοφος να κατέτασσε στις… αγνώστου ταυτότητας εκβάσεις και την αδιόρατη σε μέγεθος δυστοπία, με την οποία θα έλθει αντιμέτωπη η ελληνική οικονομία, εξαιτίας της ύφεσης που αφήνει πίσω της η πανδημία της φονικής νόσου COVID-19.

Από το ξέσπασμα του φονικού κορωνοϊού τον Δεκέμβριο του προηγούμενου έτους στην Κίνα μέχρι σήμερα, τέσσερεις και κάτι μήνες μετά, οι επιδημιολογικοί αριθμοί κάνουν το τοπίο ζοφερό: περισσότερα από 3,7 εκατ. κρούσματα, απώλειες ανθρώπινων ζωών που ξεπερνούν τις 265.000 και το ένα τρίτο της παγκόσμιας κοινότητας να έχει αποκλειστεί στο διάστημα αυτών των 120 και πλέον ημερών σε ένα μακρύ και σκληρό lockdown. Ειδικά το τελευταίο στοιχείο είναι αρκετό για να πείσει και τους πιο αδαείς περί τα οικονομικά ότι, και να θέλει η παγκόσμια ηγεσία να αισιοδοξήσει, δεν μπορεί.

Τώρα, λοιπόν, που οι ανά τον κόσμο καραντίνες αίρονται και η (κατ’ επίφαση) κανονικότητα επιστρέφει σταδιακά, η Ελλάδα όπως και οι άλλες χώρες προσπαθεί να ιχνηλατήσει τα δημοσιονομικά «κρούσματα» της επόμενης ημέρας.

Το στοίχημα είναι ομολογουμένως δύσκολο για την κυβέρνηση καθώς, όπως προαναφέρθηκε, τα σενάρια είναι πολλά και με μεγάλο εύρος απόκλισης. Παράδειγμα, η τελευταία μελέτη που έκανε η τράπεζα Eurobank στην οποία υπογραμμίζεται πριν από όλα αυτό που λέγαμε στη αρχή. Ότι, δηλαδή, ακριβής πρόβλεψη για την πορεία του ελληνικού ΑΕΠ το τρέχον έτος όχι απλώς δεν είναι εύκολη αλλά αντιθέτως χαρακτηρίζεται αδύνατη!

Κι αυτό διότι, όπως εξηγούν οι οικονομολόγοι της συστημικής τράπεζας, επικρατεί σκοτάδι σε τρία κομβικά κομμάτια του παζλ: στη διάρκεια που θα έχουν τα μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης, στη φύση και το μέγεθος των μέτρων δημοσιονομικής και νομισματικής στήριξης, καθώς και στην κρίσιμη μεταβλητή που είναι το πώς θα συμπεριφερθούν μακροπρόθεσμα οι καταναλωτές και οι επενδυτές μετά την κρίση.

Τα δύο σενάρια

Σύμφωνα πάντα με τις προβολές που κάνουν οι αναλυτές της ελληνικής τράπεζας, το δύσκολο δημοσιονομικό μέλλον της εγχώριας οικονομίας αποτυπώνεται σε δύο σενάρια.

Το πρώτο είναι ήπιο και προβλέπει μείωση του πραγματικού ΑΕΠ σε ποσοστό -6,7%, εφόσον όμως συντρέξουν οι εξής προϋποθέσεις:

>>Να εφαρμοστούν μέτρα δημοσιονομικής στήριξης περί τα 7 δισ. ευρώ.

>>Να αρθεί η καραντίνα τον Μάιο (σ.σ. όπως ξεκίνησε να γίνεται) στην Ελλάδα αλλά και στους μεγάλους εμπορικούς εταίρους της.

>>Να μην επαναληφθούν (σ.σ. ας όψονται οι… παρτάκηδες) τα περιοριστικά μέτρα αργότερα μέσα στο έτος.

>>Να μην υπάρξει δομική αλλαγή στη συμπεριφορά των καταναλωτών και των επενδυτών μετά την κρίση.

Αν τα παραπάνω δεν συμβούν και παρ’ ελπίδα επανακάμψει η επιδημία από το φθινόπωρο και μετά, προκαλώντας με τη σειρά της σποραδική επανενεργοποίηση της καραντίνας, ή αν μείνουν σφιχτά «κουμπωμένοι» από τις εξελίξεις οι καταναλωτές και οι επενδυτές, τότε το πιθανότερο είναι να δούμε να γίνεται πραγματικότητα το δυσμενές σενάριο και το πραγματικό ΑΕΠ να κατρακυλάει στο -10,6%.

Δυστυχώς, και στα δύο σενάρια η ελληνική οικονομία θα δει να μειώνονται απότομα η ιδιωτική κατανάλωση, οι εξαγωγές και οι επενδύσεις, το τέρας της ανεργίας θα αρχίσει να ξαναγιγαντώνεται –από το 17,3% που ήταν ο δείκτης το 2019, εκτιμάται ότι θα εκτιναχθεί στο 20,9% στην καλύτερη περίπτωση ή ακόμα και στο 22,8% στη χειρότερη εξέλιξη–, η κτηματαγορά και τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια θα δεχτούν νέες σημαντικές πιέσεις συν τις αποπληθωριστικές τάσεις που θα πυροδοτηθούν.

Μαύρους οιωνούς «βλέπει» η Κομισιόν

Σε ένα συνολικά αόρατο μέλλον αυτό που είναι ξεκάθαρα ορατό είναι πως η Ελλάδα θα αποτελέσει τον πιο αδύναμο κρίκο από τον μέσο όρο των συνεπειών που θα επιφέρει η υγειονομική κρίση στις οικονομίες των υπόλοιπων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτή την εκτίμηση ασπάζεται και η Κομισιόν, που στις εαρινές προβλέψεις της που δημοσιοποιήθηκαν στα μέσα της εβδομάδας «βλέπει» το ελληνικό ΑΕΠ να καταδύεται το 2020 στο -9,7%, έναντι ύφεσης 7,7% στην Ευρωζώνη και 7,4% στο σύνολο της Ένωσης. Σε ό,τι αφορά τους υπόλοιπους δείκτες, οι προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την Ελλάδα είναι εξίσου δυσοίωνες. Συγκεκριμένα:

>>Οι επιπτώσεις στην αγορά εργασίας αναμένονται μεγάλες με τον δείκτη ανεργίας να εκτιμάται ότι θα σκαρφαλώσει στο 19,9% το τρέχον έτος.

>>Οι ιδιωτικές επενδύσεις προβλέπεται να υποχωρήσουν κατά 30% το 2020.

>>Το χρέος αναμένεται να αυξηθεί φέτος κατά περίπου 20 ποσοστιαίες μονάδες και θα ανέλθει στο 196,4% του ΑΕΠ, ενώ το δημόσιο έλλειμμα εκτιμάται ότι θα κυμανθεί στο -6,4% του ΑΕΠ φέτος και στο -2,1% του ΑΕΠ το 2021.

Η πρόβλεψη της Αθήνας

Στο οικονομικό επιτελείο την κυβέρνησης οι εκτιμήσεις για το πού θα κάτσει η μπίλια της ύφεσης δεν πολυδιαφέρουν αριθμητικά από αυτές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και άλλων φορέων. Αν και αρχικά ο υπουργός Οικονομικών, Χρήστος Σταϊκούρας, μιλούσε για προβλεπόμενη ύφεση λίγο κάτω του 5%, τις τελευταίες ημέρες άνοιξε την ψαλίδα των προβλέψεών του και δήλωσε ότι δεν αποκλείεται να φτάσει και έως τις 10 ποσοστιαίες μονάδες.

Συγκρατημένα αισιόδοξες –τηρουμένων, πάντα, των αναλογιών και της συγκυρίας– είναι οι αντίστοιχες προβλέψεις της Τράπεζας της Ελλάδος, με τον διοικητή της Γιάννη Στουρνάρα να εκφράζει την πεποίθηση ότι τα απαισιόδοξα σενάρια που έχουν ακουστεί για ύφεση 10%-20% είναι υπερβολικά και δεν θα επαληθευτούν.

Σημειώνεται ότι στο βασικό της σενάριο η ΤτΕ προβλέπει ότι η αρνητική ανάπτυξη θα περιοριστεί για φέτος στο 4%, ποσοστό που αυξάνεται στο 8% αν ισχύσει το αρνητικό σενάριο της κεντρικής τράπεζας.

Αυτό που, πάντως, παρακολουθούν με αγωνία στην ΤτΕ είναι το ποσοστό αρνητικής επίδρασης που θα έχει η πανδημική κρίση στα μη εξυπηρετούμενα δάνεια. Σύμφωνα με πληροφορίες που έχουν δει το φως της δημοσιότητας, στην οδό Πανεπιστημίου διαβλέπουν περαιτέρω «κοκκίνισμα» δανειοληπτών σε ποσοστό που θα κυμαίνεται από 4% έως 10%. Γι’ αυτό, όπως λένε οι ίδιες πηγές, έσπευσαν να ενημερώσουν τα αρμόδια κυβερνητικά στελέχη ώστε το Μέγαρο Μαξίμου και το ΥΠ.ΟΙΚ. να σχεδιάσουν την κατάλληλη γραμμή άμυνας.

 

 

Πού ποντάρει το Μαξίμου

Η μεγαλύτερη ευαλωτότητα της Ελλάδας στο… ιικό φορτίο της μεταπανδημικής οικονομικής κρίσης έχει την εξήγησή της. Το πρωτόφαντο φαινόμενο, να συμβαίνει ταυτόχρονα και μηδενισμός της ζήτησης και καταβαράθρωση της προσφοράς και παράλληλα να δονείται ισχυρά το τραπεζικό σύστημα, δεν είναι εύκολα αντιμετωπίσιμη συνθήκη ακόμη και για τις πιο ισχυρές οικονομίες. Πόσω μάλλον για την ελληνική, που τη στιγμή που βγήκε στο ξέφωτο της κανονικότητας έπειτα από σχεδόν 10 χρόνια μνημονίων και σκληρής λιτότητας καλείται να ξαναπαλέψει εξουθενωμένη για την επιβίωσή της.

Το σουρεαλιστικό της υπόθεσης; Αυτό που μοιάζει να είναι η σιδερένια μπάλα στο πόδι της Ελλάδας, δηλαδή η 10ετής μνημονιακή κόπωση ίσως αποδειχτεί και το σωσίβιό της. Κι αυτό διότι, περιμένοντας το βάθεμα της σημερινής κρίσης, η ελληνική οικονομία παρατάσσεται με όλα τα όπλα της γεμάτα: ο κρατικός προϋπολογισμός δεν είναι πλέον ελλειμματικός όπως το δράμα του 2009-2010 έχοντας το μαξιλάρι ασφαλείας (σ.σ. ανεξαρτήτως του πώς η αντιπολίτευση θέλει να ξοδευτεί), η χώρα πλέον δανείζεται από τις αγορές, ενώ τότε τα ελληνικά ομόλογα γίνονταν αποδεκτά μόνο από… ιχθυοπώλες, ενώ και οι μεταρρυθμίσεις έχουν «τρέξει» σε σημαντικό βαθμό.

Όλα αυτά συνθέτουν την αισιόδοξη πεποίθηση ότι, εφόσον αντέξει η χώρα τους φετινούς δημοσιονομικούς κλυδωνισμούς, το 2021 θα καταγραφεί ως έτος εντυπωσιακής ανάκαμψης.

Την ελληνική αισιοδοξία συμμερίζονται και οι Βρυξέλλες, που βλέπουν ότι μετά τη φετινή κατρακύλα την επόμενη χρονιά το ελληνικό ΑΕΠ θα αυξηθεί κατά 7,9% –η αντίστοιχη αύξηση στην Ευρωζώνη προβλέπεται στο 6,3% και στην Ε.Ε. στο 6,1%–, η ανεργία θα υποχωρήσει στο 16,8%, δηλαδή σε χαμηλότερο σημείο από αυτό που βρίσκεται σήμερα, οι ιδιωτικές επενδύσεις εκτιμάται ότι θα επανακάμψουν στο +33%, ενώ το χρέος θα «διορθώσει» στο 182,6% του ΑΕΠ.

 

 

Διαβάστε επίσης