Τα κόμματα στα χαρακώματα

Σε μείζον πρόβλημα της πολιτικής ζωής του τόπου έχει αναδειχθεί η απόσυρση του αντιρατσιστικού νομοσχεδίου πριν καν κατατεθεί, με τη Ν.Δ. από τη μία και το ΠΑΣΟΚ με τη ΔΗΜΑΡ από την άλλη να έχουν χωριστεί σε δύο στρατόπεδα. Το οξύμωρο; Στο ένα στρατόπεδο μαζί υπάρχει και ο ΣΥΡΙΖΑ.

Πώς όμως φτάσαμε σε ένα τέτοιο πρόβλημα; Και πώς είναι δυνατόν ένα νομοσχέδιο που βρίσκεται στα συρτάρια εδώ και κάποια χρόνια να δημιουργεί τόση ένταση; Ακόμα χειρότερα, πώς είναι δυνατόν ο ΣΥΡΙΖΑ, που το είχε απορρίψει στην προηγούμενη Βουλή, σήμερα να πιέζει για την κατάθεσή του; Και η Ν.Δ. φοβάται κάτι και δεν το προχωρά;

Αντιμετωπίζοντας τα ερωτήματα από το τέλος προς την αρχή, εξηγήσεις έδωσε ο γραμματέας της κυβέρνησης, Παναγιώτης Μπαλτάκος.
«Με αφορμή σχετικά δημοσιεύματα Τύπου ως προς την συνεδρίαση της Κεντρικής Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής της Γενικής Γραμματείας της Κυβέρνησης, θεωρούμε σκόπιμο να επισημάνουμε τα ακόλουθα:
1. Η ΚΕΝΕ συνεδρίασε χθες (σ.σ.: Τρίτη 21/5/2013) σε αρχική συνεδρίαση και εξέτασε το λεγόμενο αντιρατσιστικό νομοσχέδιο παρουσία εκπροσώπων του Υπουργείου Δικαιοσύνης.
2. Έγιναν παρατηρήσεις και ζητήθηκαν διευκρινίσεις καταρχήν ως προς τη νομική αναγκαιότητα κατάθεσης του νομοσχεδίου, σε σχέση με το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο, αλλά και ως προς τις επιμέρους διατάξεις του.
3. Η ΚΕΝΕ, όπως πάντα γίνεται, επιφυλάχθηκε να διατυπώσει τις απόψεις της με την έκδοση σχετικού πρακτικού, όταν ολοκληρωθεί η επεξεργασία του νομοσχεδίου», σημειώνεται σε σχετική ανακοίνωση.
Μια άλλη όμως πληροφορία έρχεται να περιπλέξει τα πράγματα: Από τη Ν.Δ. επιβεβαιώθηκε ότι στο γραφείο του γραμματέα της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του κόμματος Θανάση Μπούρα πραγματοποιήθηκε την περασμένη Δευτέρα σύσκεψη, στην οποία μελετήθηκε και εξετάστηκε το αντιρατσιστικό νομοσχέδιο του υπουργού Δικαιοσύνης Αντώνη Ρουπακιώτη. Λίγες μέρες αργότερα ακολούθησε άλλη μία σύσκεψη με το ίδιο αποτέλεσμα.

Όπως τόνισαν από τη Ν.Δ., στη σύσκεψη εξετάσθηκε το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο της Ελλάδας και έγινε σύγκριση του νόμου 927/79, για να δουν τι κενά υπάρχουν σε σύγκριση με τον νέο νόμο Ρουπακιώτη. Παράλληλα μελετήθηκε η ευρωπαϊκή οδηγία σε σχέση με το πόσο είναι δεσμευτική για τη χώρα μας η δημιουργία ενός νέου νόμου.
Η εκτίμηση και το συμπέρασμα της Ν.Δ. είναι ότι η ευρωπαϊκή οδηγία είναι δεσμευτική ως προς την ύπαρξη σχετικού νομικού πλαισίου, καθώς κάποιες χώρες δεν είχαν, αντίθετα με την Ελλάδα, η οποία έχει ήδη από το 1979. Μόνη διαφοροποίηση υπάρχει στο θέμα του ολοκαυτώματος για το οποίο εξετάζεται η κατάθεση διάταξης στην Βουλή.

Μετά την αποκάλυψη αυτή δεν κάνει πια έκπληξη το γεγονός ότι ο κ. Παυλόπουλος δήλωσε πως «το νομοσχέδιο αυτό δεν χρειάζεται».
«Αυτό το νομοσχέδιο κατά 95% είχε έρθει για συζήτηση στη Βουλή τον Δεκέμβριο του 2011. Είχα εξηγήσει τότε ότι το νομοσχέδιο, πέραν τον αορίστων εννοιών, δεν είχε συγκεκριμένο νόημα γιατί η προσαρμογή της Ελλάδας στο ευρωπαϊκό πλαίσιο είχε επέλθει ήδη από το 2008. Είχαμε πει τότε ότι η νομοθεσία είναι επαρκής», υποστήριξε ο «γαλάζιος» βουλευτής. Ο κ. Παυλόπουλος σημείωσε ότι «έχουμε πολύ σοβαρά ζητήματα για να ασχοληθούμε, δεν χρειάζεται το νομοσχέδιο αυτό», ενώ επεσήμανε ότι έχουμε ήδη επιβαρυντικό νομικό πλαίσιο για τη ρατσιστική βία: «Ήδη αυτή τη στιγμή που μιλάμε, ισχύει το άρθρο 79 που είναι επιβαρυντική περίπτωση η ρατσιστική βία. Αν το κάνουμε ιδιώνυμο και είναι 1-2 μήνες παραπάνω, θα κάνει διαφορά; Ή θα το χρησιμοποιήσει αυτό η Χρυσή Αυγή και θα παριστάνουν και τους ήρωες;».

Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της Ν.Δ., Μάκης Βορίδης.
Ξεκαθαρίζοντας πως «αν υπάρχει μια αντίρρηση για κάποια νομοθετική πρωτοβουλία από τη Νέα Δημοκρατία, αυτή δεν μπορεί να προχωρήσει», εξήγησε:
«Δεν πρέπει να υιοθετήσουμε μια νομοθεσία η οποία ανάλογα με τις αντιλήψεις του δικαστού, θα μπορεί να οδηγεί σε υπερβολικό περιορισμό της ελευθερίας εκφράσεως και της διατυπώσεως ορισμένων πραγμάτων». Το θέμα αναμένεται να ξεκαθαρίσει την Δευτέρα σε σύσκεψη των τριών πολιτικών αρχηγών στο Μέγαρο Μαξίμου, αν και ο Αντώνης Σαμαράς φαίνεται να έχει λάβει τις αποφάσεις του.

Οι συγκυβερνώντες

Την άποψη αναφορικά με το κίνδυνο «ηρωοποίησης» της Χρυσής Αυγής, αν μέσω του νομοσχεδίου καταστεί ιδιώνυμο αδίκημα η ρατσιστική βία, δεν τη συμμερίζονται τα άλλα δύο κόμματα που στηρίζουν την κυβέρνηση. Η ΔΗΜΑΡ καλεί τη Ν.Δ. να αφήσει τα τερτίπια για τον αντιρατσιστικό νόμο και να συμφωνήσει στην προώθησή του . «Να έρθει στη Βουλή και όποιος θέλει, ας το ψηφίσει», πρόσθεσαν τα στελέχη της Δημοκρατικής Αριστεράς, με την επισήμανση ότι η προώθηση και ψήφιση του νομοσχεδίου στη Βουλή έχει συμφωνηθεί μεταξύ του πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά και των κ.κ. Κουβέλη και Βενιζέλου.
Από την πλευρά της, η εκπρόσωπος Τύπου του ΠΑΣΟΚ Φώφη Γεννηματά δήλωσε πως «όλη αυτή η δήθεν διαμάχη μεταξύ της Νέας Δημοκρατίας και του ΣΥΡΙΖΑ, που όταν το ΠΑΣΟΚ είχε φέρει στη Βουλή το αντιρατσιστικό νομοσχέδιο ο ένας το καταψήφισε και ο άλλος δεν το στήριξε, δείχνουν ότι πολύ απλά ο καβγάς  γίνεται για το… πάπλωμα. Δυστυχώς η Νέα Δημοκρατία και ο κ. Σαμαράς δεν μπορούν να ξεφύγουν από τους υπερσυντηρητικούς κύκλους που δρουν στο εσωτερικό της και ο ΣΥΡΙΖΑ από τις μικροκομματικές τακτικές. Το πρόβλημα δεν λύνεται με επικοινωνιακά τεχνάσματα.
Το Σχέδιο Νόμου κατά της βίας και του ρατσισμού αποτελεί ζήτημα αρχής για τη Δημοκρατία μας. Αν πραγματικά εννοούμε ότι θέλουμε να παταχθούν τα φαινόμενα ρατσισμού και ξενοφοβίας στην πολιτική και στην καθημερινή ζωή, θα πρέπει όλοι μαζί, όλα τα κόμματα του Συνταγματικού τόξου να προχωρήσουμε στην ψήφισή του. Φέρτε το σχέδιο νόμου στη Βουλή. Εκεί θα κριθεί η πολιτική βούληση όλων».

Η θέση του ΣΥΡΙΖΑ

Ιδιαίτερη εντύπωση κάνει και η εμμονή του ΣΥΡΙΖΑ να κατατεθεί το νομοσχέδιο, αν και πλέον το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης ετοιμάζεται να καταθέσει δικό του! Όταν το συγκεκριμένο είχε κατατεθεί το 2011 από το ΠΑΣΟΚ ο εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ στην αρμόδια επιτροπή της Βουλής είχε ταχθεί εναντίον του νομοσχεδίου. Τι έχει αλλάξει σήμερα; Μάλλον τίποτα, καθώς από την Κουμουνδούρου διευκρινίζουν πως έχει πολιτική σημασία η κατάθεσή του και σε καμία περίπτωση δεν προτίθενται να το ψηφίσουν χωρίς τις απαραίτητες αλλαγές. Αλλά για να γίνουν αυτές προέχει η κατάθεσή του και η συζήτησή του.

Τι προβλέπει το επίμαχο νομοσχέδιο

Σύμφωνα με τον συντάκτη του νομοσχεδίου:

α) Εξασφαλίζεται ότι η διερεύνηση και ποινική δίωξη των εγκλημάτων ρατσισμού και ξενοφοβίας γίνεται αυτεπάγγελτα και δεν εξαρτάται από αναφορές ή καταγγελίες των θυμάτων, τα οποία είναι συχνά ιδιαιτέρως ευάλωτα και διστάζουν να κινήσουν δικαστικές διαδικασίες.

β) Θεσπίζεται η διοικητική ευθύνη των νομικών προσώπων ή ενώσεων προσώπων που εμπλέκονται με οποιονδήποτε τρόπο σε εκδηλώσεις ρατσισμού και ξενοφοβίας ή στη διάπραξη εγκλημάτων με τέτοια κίνητρα.

γ) Επεκτείνεται η προστασία και σε ομάδες ή πρόσωπα που δεν προσδιορίζονται μόνο με βάση τη φυλή, το χρώμα, τη θρησκεία, τις γενεαλογικές καταβολές, την εθνική ή εθνοτική καταγωγή τους αλλά και τον γενετήσιο-σεξουαλικό τους προσανατολισμό ή την ταυτότητα φύλου. Επίσης, εκτός από τις προσβολές εναντίον ομάδων ή προσώπων αξιόποινες θεωρούνται και οι ρατσιστικές και ξενοφοβικές εκδηλώσεις που στρέφονται κατά πραγμάτων (κινητών ή ακινήτων), τα οποία χρησιμοποιούνται αποκλειστικά από τις παραπάνω ομάδες ή πρόσωπα (όπως π.χ. θρησκευτικά αντικείμενα, εθνικά σύμβολα, οίκοι λατρείας, χώροι διαμονής, εκπαίδευσης, ψυχαγωγίας, κ.λπ.).

δ) Παρέχεται το δικαίωμα παράστασης πολιτικής αγωγής νομικών προσώπων ή ενώσεων προσώπων, που εδρεύουν στην Ελλάδα, σε δίκες που αφορούν εγκλήματα του παρόντος και μόνο για την υποστήριξη της κατηγορίας, υπό την προϋπόθεση να περιλαμβάνονται, με οποιοδήποτε συμβουλευτικό καθεστώς (γενικό, ειδικό, roster) στον σχετικό κατάλογο που τηρείται από το Οικονομικό και Κοινωνικό Συμβούλιο του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (ECOSOC).

Πιο αναλυτικά το νομοσχέδιο προβλέπει:

#  Όποιος με πρόθεση, δημόσια, προφορικά ή διά του Τύπου, μέσω του διαδικτύου ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο ή τρόπο, παροτρύνει, προκαλεί ή διεγείρει σε βιαιοπραγίες ή μίσος, κατά προσώπου ή ομάδας προσώπων, που προσδιορίζονται με βάση τη φυλή, το χρώμα, τη θρησκεία, τις γενεαλογικές καταβολές, την εθνική ή εθνοτική καταγωγή, τον γενετήσιο προσανατολισμό ή την ταυτότητα φύλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή πέντε έως είκοσι χιλιάδων (5.000-20.000) ευρώ.

# Με τις ίδιες ποινές τιμωρείται όποιος με πρόθεση, και με τα μέσα και τους τρόπους που αναφέρονται στην παράγραφο 1, παροτρύνει, προκαλεί ή διεγείρει σε διάπραξη φθοράς ή βλάβης πραγμάτων, που χρησιμοποιούνται αποκλειστικά από τις παραπάνω ομάδες ή πρόσωπα.

#  Αν η πράξη των προηγούμενων παραγράφων είχε ως αποτέλεσμα την τέλεση του εγκλήματος, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή δεκαπέντε έως τριάντα χιλιάδων (15.000-30.000) ευρώ, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη.

# Όποιος συνιστά ή συμμετέχει σε οργάνωση ή ένωση προσώπων οποιασδήποτε μορφής που επιδιώκει συστηματικά την τέλεση των πράξεων των παραγράφων 1 και 2 τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο (2) έτη, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη.

# Η τέλεση πράξης των προηγούμενων παραγράφων από δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο κατά την άσκηση των ανατεθειμένων σε αυτούς καθηκόντων συνιστά επιβαρυντική περίσταση.

# Σε περίπτωση που ο υπαίτιος τέλεσης πράξης προβλεπόμενης από τις προηγούμενες παραγράφους καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους, επιβάλλεται και αποστέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων για ένα έως πέντε έτη.

Ποινές προβλέπονται και στις παρακάτω περιπτώσεις:

# Όποιος με πρόθεση, δημόσια, προφορικά ή διά του τύπου, μέσω του διαδικτύου ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο ή τρόπο, εγκωμιάζει, αρνείται κακόβουλα ή εκμηδενίζει τη σημασία εγκλημάτων γενοκτονίας, εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας και εγκλημάτων πολέμου, (…)καθώς και των εγκλημάτων του ναζισμού, και η πράξη αυτή στρέφεται κατά ομάδας προσώπων που προσδιορίζεται με βάση τη φυλή, το χρώμα, τη θρησκεία, την εθνική ή εθνοτική καταγωγή, τον γενετήσιο προσανατολισμό ή την ταυτότητα φύλου, κατά τρόπο που μπορεί να διεγείρει σε βιαιοπραγίες ή μίσος κατά μιας τέτοιας ομάδας ή μέλους της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή πέντε έως είκοσι χιλιάδων (5.000-20.000) ευρώ.

# Σε περίπτωση που ο υπαίτιος τέλεσης πράξης προβλεπόμενης από τις προηγούμενες παραγράφους καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους, επιβάλλεται και αποστέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων για ένα έως πέντε έτη.

Το άρθρο 5

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το άρθρο 5 καθώς εκεί συγκαταλέγονται και τα πολιτικά κόμματα. Σε αυτό σημειώνεται:
«Αν κάποια από τις αξιόποινες πράξεις του παρόντος νόμου τελέσθηκε μέσω ή προς όφελος ή για λογαριασμό νομικού προσώπου ή ενώσεως προσώπων, από φυσικό πρόσωπο που ενεργεί είτε ατομικά είτε ως μέλος οργάνου του νομικού προσώπου ή της ενώσεως προσώπων και έχει εξουσία εκπροσώπησης του ή εξουσιοδότηση για τη λήψη αποφάσεων για λογαριασμό του ή για την άσκηση ελέγχου εντός αυτού, επιβάλλονται στο νομικό πρόσωπο ή στην ένωση προσώπων, με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, κατά περίπτωση, σωρευτικά ή διαζευκτικά, οι ακόλουθες κυρώσεις: α) Διοικητικό πρόστιμο από δεκαπέντε (15.000) έως διακόσιες (200.000) χιλιάδες ευρώ, β) Ανάκληση ή αναστολή της άδειας λειτουργίας του για χρονικό διάστημα από έναν έως έξι μήνες ή απαγόρευση άσκησης της επιχειρηματικής δραστηριότητας για το ίδιο χρονικό διάστημα, γ) αποκλεισμός από δημόσιες παροχές, επιχορηγήσεις, ενισχύσεις, επιδοτήσεις ή αναθέσεις έργων και υπηρεσιών, προμήθειες, διαφημίσεις και διαγωνισμούς του δημοσίου ή των νομικών προσώπων του δημόσιου τομέα για το ίδιο χρονικό διάστημα. Η διοικητική κύρωση του στοιχείου α επιβάλλεται πάντοτε, ανεξαρτήτως της επιβολής άλλων κυρώσεων. Σε περίπτωση υποτροπής του νομικού προσώπου ή της ενώσεως προσώπων οι κυρώσεις των στοιχείων β και γ μπορεί να έχουν οριστικό χαρακτήρα».

Ρύθμιση για τους μετανάστες

Ρύθμιση υπάρχει και για τους μετανάστες θύματα. Στο άρθρο 7 σημειώνεται:
Υπήκοοι τρίτων χωρών που είναι θύματα ή ουσιώδεις μάρτυρες εγκληματικών πράξεων οι οποίες προβλέπονται στα άρθρα 187, 309 και 310 ΠΚ ή που τιμωρούνται σε βαθμό κακουργήματος και τελούνται σε βάρος της ζωής, της υγείας, της σωματικής ακεραιότητας και της προσωπικής ή γενετήσιας ελευθερίας, δεν απελαύνονται εφ’ όσον για τις πράξεις αυτές έχει ασκηθεί ποινική δίωξη ή έχει διαταχθεί προκαταρκτική εξέταση και μέχρι την έκδοση απόφασης από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, υπό τον όρο ότι αυτοί δεν αποτελούν κίνδυνο για τη δημόσια τάξη ή ασφάλεια. Η συνδρομή των ως άνω προϋποθέσεων διαπιστώνεται με διάταξη του αρμόδιου Εισαγγελέα Πρωτοδικών, η οποία επικυρώνεται εντός τριών ημερών από το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο. Η πράξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών κοινοποιείται στη Διεύθυνση Αλλοδαπών και Μετανάστευσης του Υπουργείου Εσωτερικών. Το αυτό ισχύει και για τους ευρισκόμενους στην Ελλάδα γονείς, συζύγους και τέκνα των θυμάτων ή ουσιωδών μαρτύρων.

Ρεπορτάζ: Θεοδόσης Παπανδρέου

Διαβάστε επίσης