Αφιέρωμα στον Ντούσαν Μακαβέγιεφ, τον αναρχικό του γιουγκοσλαβικού σινεμά

Στο 60ό Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης (31/10-10/11/2019)

Ένα πλήρες αφιέρωμα στο έργο του μεγάλου αναρχικού του γιουγκοσλαβικού σινεμά, Ντούσαν Μακαβέγιεφ διοργανώνει το επετειακό 60ό Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, στο πλαίσιο του τμήματος Ματιές στα Βαλκάνια.

Ιχνηλατώντας… με την Καίτη Νικολοπούλου

Ο σκηνοθέτης αγαπήθηκε στην Ελλάδα μέσα από τη συνεργασία του με τον Μάνο Χατζιδάκι στο υπέροχο Sweet Movie. Οι δυο τους έγραψαν ιστορία, δίνοντας πνοή σε μια εποχή όπου οι έννοιες της ελευθερίας και της απελευθέρωσης αποκτούν νέες διαστάσεις.

Τιμώντας τον κορυφαίο δημιουργό, η επετειακή διοργάνωση πραγματοποιεί το πρώτο μεγάλο αφιέρωμα στο έργο του Μακαβέγιεφ απ’ όταν έφυγε από τη ζωή, τον Ιανουάριο του 2019.

Ο Μακαβέγιεφ υπήρξε μέλος του Novi Film, ενός τολμηρού κινηματογραφικού κύματος που άνθισε στη Γιουγκοσλαβία τη δεκαετία του 1960. Το έργο του συνδυάζει το ερωτικό με το πολιτικό, αναφέρεται στην πολιτική της σεξουαλικότητας και αντιμετωπίζει την απελευθέρωση της λίμπιντο ως επαναστατική πράξη. Παράλληλα, ασκεί κριτική τόσο στη σοσιαλιστική κοινωνία όσο και στον καπιταλισμό.

Ο Σέρβος σκηνοθέτης γεννήθηκε το 1932 στο Βελιγράδι. Το ενδιαφέρον του για τον κινηματογράφο ξεκίνησε νωρίς και γύρισε τις πρώτες του ταινίες ενώ σπούδαζε ψυχολογία στο Πανεπιστήμιο του Βελιγραδίου. Οι πρώτες του μικρού μήκους είναι πειραματικές –όπως το The Seal (1955), στο οποίο παρακολουθούμε έναν νεκρό άνδρα να θυμάται όλες τις φώκιες που συνάντησε στη ζωή του. Τα πρώτα φιλμάκια του Μακαβέγιεφ χαρακτηρίζονται από μια σουρεαλιστική και σατιρική διάθεση που τον ακολουθεί και στις μεγάλου μήκους ταινίες του.

Στην πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία, Ο Άνθρωπος δεν Είναι Πουλί (1965), ο αντικομφορμιστής σκηνοθέτης αφηγείται την ερωτική ιστορία ενός μηχανικού και μιας κομμώτριας. Η ταινία εκτυλίσσεται σε μια γιουγκοσλαβική βιομηχανική πόλη που μοιάζει να έχει ξεπηδήσει μέσα από όνειρο. Ο Μακαβέγιεφ σχολιάζει τη ζωή στη Γιουγκοσλαβία του Τίτο, απομυθοποιώντας το μοντέλο του εργάτη (αλλά και τις εναλλακτικές του).

Στις δύο επόμενες ταινίες του, Love affair, or the Case of the Missing Switchboard Operator και Innocence Unprotected επιλέγει μη παραδοσιακές κινηματογραφικές φόρμες: χρησιμοποιεί τεχνική «κολάζ» για να δημιουργήσει συσχετισμούς, να ασκήσει κριτική και να σχολιάσει, καλώντας παράλληλα τον θεατή να συμμετάσχει σε μια δημιουργική συζήτηση. Οι ταινίες του αυτές τον καθιερώνουν ως τον κορυφαίο εκπρόσωπο του Novi Film (γνωστού ως «Μαύρου Κύματος»), βασικοί εκπρόσωποι του οποίου ήταν νέοι γιουγκοσλάβοι σκηνοθέτες όπως οι Ζίκα Πάβλοβιτς, Σάσα Πέτροβιτς και Ζέλιμιρ Ζίλνικ. Οι ταινίες τους έρχονται σε σύγκρουση με τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό και δίνουν έμφαση σε προσωπικές ιστορίες και υπαρξιακά θέματα.

Το Love Affair, η δεύτερη ταινία του Μακαβέγιεφ, αφηγείται την ερωτική σχέση μιας νεαρής τηλεφωνήτριας (Έβα Ρας) με έναν ειδικό μυοκτονίας (Σλόμπονταν Αλιγκρούντιτς) στο Βελιγράδι. Η ταινία αποτελεί έναν στοχασμό πάνω στην έννοια του χρόνου και της ελευθερίας του έρωτα, με τον σκηνοθέτη να συνδυάζει επιτυχημένα διαφορετικά φιλμικά είδη. Πάνω απ’ όλα, ο Μακαβέγιεφ είναι βαθιά ουμανιστής: αυτό φαίνεται και στην επόμενη ταινία του, Innocence Uprotected, ένα ντοκιμαντέρ για την ομώνυμη ταινία που γυρίστηκε υπό ναζιστική κατοχή το 1941 και δεν προβλήθηκε ποτέ. Πρωταγωνιστής είναι ο Ντράγκολιουμπ Αλέξιτς, ένας σταρ του τσίρκου και σεναριογράφος/σκηνοθέτης της ομότιτλης πρώτης ομιλούσας ταινίας του γιουγκοσλαβικού σινεμά, η οποία κατασχέθηκε από τις ναζιστικές αρχές. Ο Μακαβέγιεφ αποτίνει έναν τρυφερό φόρο τιμής στους ανθρώπους που δημιούργησαν εκείνη την ταινία, ενώ παράλληλα ρίχνει μια ματιά στην πρόσφατη ιστορία της χώρας του. Το Innocence Unprotected κερδίζει Αργυρή Άρκτο στο 18ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου και ανοίγει τον δρόμο για την επόμενη επαναστατική δημιουργία του σκηνοθέτη.

Στο WR: Mysteries of the Organism (1971) το ντοκιμαντέρ συναντά την μυθοπλασία, σε μια σουρεαλιστική δημιουργία που ξεκινά ως αναφορά στο έργο του ψυχολόγου Βίλχελμ Ράιχ για να μετατραπεί σε μια ωδή στη σεξουαλική απελευθέρωση. Ο Μακαβέγιεφ χρησιμοποιούσε τον όρο «πολιτικό τσίρκο» για να χαρακτηρίσει την ταινία που προβλήθηκε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Καννών και προκάλεσε αίσθηση – το κοινό χειροκροτούσε όρθιο επί 13 λεπτά. Η τολμηρή θεματική και η πρωτοποριακή κινηματογράφηση έκανε διάσημο τον Μακαβέγιεφ στους κινηματογραφικούς κύκλους ολόκληρου του κόσμου, αλλά τον μετέτρεψε σε persona non grata στην πατρίδα του.

Μετά την προβολή του WR: Mysteries of the Organism ο Μακαβέγιεφ αναγκάζεται να βρει καταφύγιο στη Δύση. Ο Φράνσις Φορντ Κόπολα τον καλεί να γυρίσει την ταινία Αποκάλυψη Τώρα, αλλά εκείνος αποφασίζει να σκηνοθετήσει το Sweet Movie (1974) και συνεργάζεται με τον Μάνο Χατζιδάκι που υπογράφει τη μουσική. Μια προκλητική, θαρραλέα και εκρηκτική ταινία που ασκεί κριτική και στον σοσιαλισμό και στον καπιταλισμό. Το Sweet Movie αποτελείται από δύο ιστορίες που καταλήγουν σε δύο αδιέξοδα, προβάλλεται και διχάζει. Σκηνές κοπρολαγνείας και παιδικής κακοποίησης προκαλούν θύελλα αντιδράσεων, οδηγώντας στην απαγόρευσή της ή στη λογοκριμένη προβολή της σε αρκετές χώρες. Ο σκηνοθέτης αδυνατεί να βρει χρηματοδότηση για τα επόμενα πρότζεκτ του.

Διδάσκει Κινηματογράφο σε Πανεπιστήμια, όπως το Χάρβαρντ και επανέρχεται στη σκηνοθεσία επτά χρόνια αργότερα, με την ταινία Μοντενέγκρο: Γουρούνια και Μαργαριτάρια. Εδώ, ο Μακαβέγιεφ εξακολουθεί να εξερευνά την πολιτική της σεξουαλικότητας μέσα από την ιστορία μιας παντρεμένης Σουηδής που απελευθερώνεται σεξουαλικά μέσα από την ερωτική της επαφή με έναν σέρβο μετανάστη.

Επόμενη ταινία του είναι το γυρισμένο στην Αυστραλία The Coca-Cola Kid, μια σάτιρα για τον καπιταλισμό. Ο Έρικ Ρόμπερτς ερμηνεύει έναν άνδρα που προσπαθεί να μάθει γιατί σε ένα συγκεκριμένο μέρος της Αυστραλίας δεν πίνει κανείς Coca Cola. Τόσο σε αυτή την ταινία, όσο και στην επόμενή του, το Manifesto (1988) ο Μακαβέγιεφ συνεχίζει την αναζήτησή του πάνω στις έννοιες της σεξουαλικότητας και της επανάστασης. Με το Manifesto επιστρέφει στη Γιουγκοσλαβία για ένα ευρωπαϊκό «παραμύθι»: ένας βασιλιάς ετοιμάζεται να επισκεφθεί ένα μικρό και ήσυχο χωριό της κεντρικής Ευρώπης, μόνο και μόνο για να συνειδητοποιήσει σύντομα ότι το εν λόγω χωριό δεν είναι τόσο ήσυχο όσο πίστευε.

Τελευταία του μεγάλου μήκους ταινία είναι το Gorilla Bathes at Noon (1993), όπου ο Μακαβέγιεφ χρησιμοποιεί αρχειακό υλικό από ένα σοβιετικό φιλμ προπαγάνδας για να αφηγηθεί την ιστορία ενός ρώσου στρατιώτη που εγκαταλείπεται στο μετά-κομμουνιστικό Βερολίνο, όταν η μονάδα του λιποτακτεί.

Το ντοκιμαντέρ του Γκόραν Ραντοβάνοβιτς, The Makavejev Case, or Trial in a Movie Theater, παραγωγής 2019, εξερευνά μέσα από το έργο του Μακαβέγιεφ και την αντιμετώπισή του από το σοσιαλιστικό καθεστώς τη θέση του καλλιτέχνη στη Γιουγκοσλαβία του Τίτο. Το ντοκιμαντέρ εξερευνά πώς το καθεστώς χρησιμοποίησε δημόσια κανάλια επικοινωνίας για να καταδικάσει το αριστούργημα του Μακαβέγιεφ, WR: Mysteries of the Organism.

Μάνος Χατζιδάκις: «“Τα παιδιά κάτω στον κάμπο”… ή ο θρίαμβος της εσωτερικής μου αναρχίας» 

Πόσοι δεν έχουμε ακούσει το τραγούδι του Μάνου Χατζιδάκι «Τα παιδιά κάτω στον κάμπο»; Πασίγνωστο! Πόσοι όμως γνωρίζουμε ότι εμπεριέχεται στο soundrack  που υπέγραψε ο σπουδαίος συνθέτης για την ταινία του Ντούσαν Μακαβέγιεφ, «Sweet Movie», το 1974; Το ανατρεπτικά εμβληματικό τραγούδι του Μάνου Χατζιδάκι (στο οποίο έχει γράψει και τους στίχους), «Τα παιδιά κάτω στον κάμπο», ερμηνεύει η 22χρονη τότε φοιτήτρια Μαρία Κάτηρα και μάλιστα με τους στίχους στα ελληνικά, ενώ ακολούθησαν πάμπολλες άλλες διασκευές από πολλούς Έλληνες και ξένους καλλιτέχνες.

Το «Sweet Movie» ασχολείται με το θέμα της πολιτικής-σεξουαλικής επανάστασης, επηρεασμένη ιδεολογικά οπωσδήποτε από τον Βίλχελμ Ράιχ, αλλά και γενικότερα τον μαρξισμό.

«Τα παιδιά κάτω στον κάμπο… Ή ο θρίαμβος της εσωτερικής μου αναρχίας», αναφέρει ο ίδιος ο Μάνος Χατζιδάκις. «Ό,τι είχα καταπιέσει μέσα μου μέχρι εκείνον τον καιρό, το βγάζω έξω τραγουδώντας και μάλιστα σε μια εποχή που κάθε άλλο παρά ανεχότανε τέτοιες “απελευθερώσεις”. Και τι δεν κάνουν εκεί κάτω στον κάμπο αυτά τα παιδιά. Κυνηγάν ένα τρελό, τον πνίγουν και τον καίνε στον γιαλό, πετσοκόβουν τα κεφάλια από εχθρούς κι από πιστούς, κόβουν δεντρολιβανιές και στολίζουν τα πηγάδια για να σπρώξουν μέσα τις νιές και να πνιγούνε, κοροϊδεύουν έναν παπά, του παίρνουν τ’ άμφια και τον αφήνουν γυμνό μέσ’ στην αγορά, πωλούν τους προγόνους τους για ένα κομμάτι ψωμί κι ύστερα μελαγχολούν… Όλ’ αυτά ταιριάξαν απόλυτα με την αποκάλυψη που πραγματοποιούσε ο Μακαβέγιεφ στην ταινία του “Σουίτ Μούβι” για το έγκλημα στο δάσος του Κατύν. Κάθε αναφορά στο γεγονός αυτό, με τις θλιβερές σκηνές από τα παλιά επίκαιρα που δεν προβλήθηκαν ποτέ πριν από το “Σουίτ Μούβι”, είχε το τραγούδι μου πανίσχυρο να συνοδεύει τις τραγικές εικόνες. Και, επιτέλους, άρχιζα να νιώθω μια βαθιά ικανοποίηση έξω από τις άθλιες σκοπιμότητες του καιρού μας».

Το τραγικό είναι ότι το τραγούδι ακούγεται συνοδεύοντας τις σκηνές της αποκάλυψης από τους Ναζί το 1943 της μεγάλης σφαγής των Πολωνών αιχμαλώτων από τους Σοβιετικούς στο δάσος του Κατύν το 1940.

Το ακόμη τραγικότερο είναι ότι ο Μάνος Χατζιδάκις, μόλις 20 χρόνων, το πρωτοέγραψε το 1945, όταν ως ΕΑΜίτης καλλιτέχνης ανέβαζε μαζί με τον Τίτο Βανδή το έργο «Το καλοκαίρι θα θερίσουμε» του Αλέξη Δαμιανού που σκηνοθέτησε ο Γιώργος Σεβαστίκογλου, κατακεραυνώνοντας τώρα τα εγκλήματα των Ναζιστών αλλά και των δοσίλογων. Στην περίπτωση αυτή, θα δούμε τους δύο μεγάλους Έλληνες συνθέτες της νεότερης Ελλάδας, Μάνο Χατζιδάκι και Μίκη Θεοδωράκη, να γνωρίζονται και να συνεργάζονται, καθώς στην παράσταση στο θέατρο Βρετάνια το 1946, η εκτέλεση του τραγουδιού γινόταν από χορωδία που διηύθυνε ο επίσης 20χρονος ΕΠΟΝίτης μουσικός από τη Νέα Σμύρνη Μίκης Θεοδωράκης.

Ωστόσο, τόσο η μελωδία όσο και οι στίχοι διαφέρουν στις δύο περιπτώσεις του ομότιτλου τραγουδιού. Αλλά δεν είναι αυτό που έχει σημασία. Σημασία έχει το γεγονός ότι ο Μάνος Χατζιδάκις και στις δύο περιπτώσεις σηκώνει το ανάστημά του ενάντια στους καταπιεστές των λαών, με έναν ύμνο της ανατροπής, από όποια πλευρά και εάν προέρχονται, είτε από το καπιταλιστικό σύστημα είτε από το κομμουνιστικό. Έτσι κι αλλιώς, «το Κτήνος μέσα μας δεν έχει πρόσωπο, ούτε το μονοπωλεί η αριστερά ή η δεξιά, ο Χίτλερ ή ο Στάλιν», όπως πίστευε ο ίδιος.

Πέρασαν 45 χρόνια από την πρώτη προβολή της ταινίας «Sweet Movie», και μόλις λίγοι μήνες από τον θάνατο του Ντούσαν Μακαβέγιεφ (Ιανουάριος 2019). Και οι δύο δημιουργοί της δεν είναι πια κοντά μας. «Ένα φιλμ από ζάχαρη, μια κωμωδία ερωτική ελαφρώς αρωματισμένη με αντιψυχιατρική, ένα δονούμενο κινηματογραφικό δοκίμιο πάνω στην ανθρώπινη ευαισθησία, που θα πρέπει να χρησιμοποιήσει σαν διαφημιστικό σλόγκαν τη φράση “δοκιμάστε με, είμαι γλύκα”». Έτσι όρισε ο ίδιος ο Ντούσαν Μακαβέγιεφ το πολιτικό-σεξουαλικό μανιφέστο του.

«O θρίαμβος της εσωτερικής μου αναρχίας», είπε ο Μάνος Χατζιδάκις για το τραγούδι του «Τα παιδιά κάτω στον κάμπο».

Πόσο δίκιο έχουν τελικά και οι δύο… «Τα παιδιά κάτω στον κάμπο / κυνηγάνε τους αστούς, / πετσοκόβουν τα κεφάλια / από εχθρούς κι από πιστούς.

»Τα παιδιά δεν έχουν μνήμη, / τους προγόνους τους πουλούν / και ό,τι αρπάξουν δεν θα μείνει, / γιατί ευθύς μελαγχολούν…»

Διαβάστε επίσης