«Αυτοεξαγνισμός» της Μέρκελ μέσω Λιβύης

Γιατί καίγεται η Γερμανίδα καγκελάριος να επιλυθεί ειρηνικά ο εμφύλιος στην βορειοαφρικανική χώρα

Στο Βερολίνο στρέφονται τα βλέμματα της διεθνούς αλλά και της ελληνικής διπλωματίας, καθώς αύριο Κυριακή 19 Ιανουαρίου θα πραγματοποιηθεί στην πρωτεύουσα της Γερμανίας η Διάσκεψη Κορυφής για το λιβυκό ζήτημα.

Με τη Γερμανίδα καγκελάριο Άνγκελα Μέρκελ να επιμελείται προσωπικά τα των προσκλήσεων, προκειμένου να καταστεί εφικτή η παρουσία στο ίδιο διαπραγματευτικό τραπέζι τόσο ετερόκλητων εμπλεκόμενων –αγνοώντας ωστόσο επιδεικτικά το ελληνικό αίτημα συμμετοχής–, η «οικοδέσποινα» παραμένει διστακτικά αισιόδοξη για κατάπαυση του εμφυλίου που μαίνεται στη βορειοαφρικανική χώρα.

«Έχει έρθει ο καιρός να εξετάσουμε εάν είμαστε σε θέση να καταλήξουμε σε κάποια απόφαση σε ανώτατο επίπεδο», δήλωσε η Άνγκελα Μέρκελ μιλώντας στην κοινοβουλευτική ομάδα του χριστιανοδημοκρατικού κόμματός της, εξηγώντας στη συνέχεια ότι η Διάσκεψη της 19ης Ιανουαρίου για τη Λιβύη χρησιμεύει στο να δεσμεύσει όλες τις πλευρές να σεβαστούν το υφιστάμενο εμπάργκο όπλων, το οποίο συνεχώς παραβιάζεται, και έτσι να ανοίξει ο δρόμος για μια πολιτική λύση. «Ξένες δυνάμεις που δρουν στη χώρα εμποδίζουν την επιστροφή στην ειρήνη. Και όσο καιρό μεταφέρεται στρατιωτικό υλικό στη χώρα από το εξωτερικό, θα συνεχίζονται οι σφαγές και δεν θα επέλθει κάποια πολιτική λύση», είπε χαρακτηριστικά.

Τα «στρατόπεδα» και ο… ρέφερι

Δεν χωράει αμφιβολία ότι ακόμα κι αυτή η ελάχιστη δέσμευση που επιδιώκει η Μέρκελ είναι ένα δύσκολο σταυρόλεξο για την καγκελάριο, διότι τα συμφέροντα των «παικτών» που συμμετέχουν στο γεωπολιτικό παιχνίδι εξουσίας στη Λιβύη είναι περιπεπλεγμένα και αλληλοσυγκρουόμενα. Όπως περιγράφεται επιγραμματικά σε σχετικό ρεπορτάζ της Ντόιτσε Βέλε, στη μία όχθη του λιβυκού Ρουβίκωνα έχει «στρατοπεδεύσει» η αναγνωρισμένη από τον ΟΗΕ κυβέρνηση του πρωθυπουργού Φαγέζ Σάρατζ στην Τρίπολη, που έχει τη στήριξη της Ιταλίας και της Τουρκίας. Στην απέναντι όχθη βρίσκεται ο στρατηγός Χαλίφα Χάφταρ, «υποβασταζόμενος» κατά κύριο λόγο από τη Ρωσία, την Αίγυπτο και τα Ενωμένα Αραβικά Εμιράτα, εν μέρει και από τη Γαλλία (σ.σ. με τον στρατάρχη συναντήθηκε ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν το καλοκαίρι του 2019 στο Παρίσι), η οποία ανέκαθεν τασσόταν υπέρ της πολιτικής λύσης της κρίσης.

Κάπου στο ενδιάμεσο βρίσκεται η Γερμανία, που με τη βοήθεια του ειδικού απεσταλμένου των Ηνωμένων Εθνών, Γκασάν, Σαλαμέ, ξεκίνησε τον Σεπτέμβριο της περασμένης χρονιάς τη λεγόμενη διαδικασία του Βερολίνου, με στόχο να φέρει σε επαφή τα μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας του διεθνούς οργανισμού με τις αντιμαχόμενες πλευρές. Σύμφωνα πάντα με την Ντόιτσε Βέλε, όλο αυτό το διάστημα οι διαμεσολαβητές υπό πέπλο μυστικότητας κατέφθαναν στην πρωτεύουσα της Γερμανίας για διαβουλεύσεις στην καγκελαρία και το υπουργείο Εξωτερικών, προκειμένου να επιλεγεί ο καλύτερος τρόπος και να χαραχθεί ο βέλτιστος δρόμος που θα είχε ως τερματισμό την αυριανή διάσκεψη κορυφής.

Τώρα που ο «τερματισμός» προσεγγίστηκε, μένει να διασφαλιστεί το μίνιμουμ των προϋποθέσεων για να μην καταλήξει στα βράχια η συνάντηση της 19ης Ιανουαρίου, όπως έγινε προ ημερών στη Μόσχα. Υπό αυτό το πρίσμα, πρόσκληση να παρευρεθούν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων έλαβαν από τη γερμανική καγκελαρία τόσο ο Φαγέζ Σάρατζ όσο και ο Χαλίφα Χάφταρ, με μία κομβική λεπτομέρεια: οι δύο άντρες δεν θα συνευρεθούν εξ αρχής στη διάσκεψη, ώστε να εκμηδενιστεί η πιθανότητα ενός «ατυχήματος» που θα τορπίλιζε τις ειρηνευτικές συνομιλίες.

 ΜΙΚΡΟ ΤΟ ΚΑΛΑΘΙ ΤΩΝ ΠΡΟΣΔΟΚΙΩΝ ΓΙΑ ΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΠΟΥ ΘΑ ΕΧΕΙ Η ΔΙΑΣΚΕΨΗ ΤΟΥ ΒΕΡΟΛΙΝΟΥ

Ζητά εξιλέωση…

Αυτό είναι σε αδρές γραμμές το τοπίο της λιβυκής κρίσης, η ειρηνική επίλυση της οποίας έχει διττή σημασία για την Άνγκελα Μέρκελ. Πρωτίστως η Γερμανίδα πρωθυπουργός θέλει να εξασφαλίσει ότι η Ευρώπη στο σύνολό της και η χώρα της ειδικότερα δεν θα έλθουν αντιμέτωπες με ένα νέο κύμα προσφύγων-μεταναστών. Εξ αυτού ορμώμενη η Μέρκελ επιδίδεται σε κάθε προληπτική πολιτική πρωτοβουλία στην περιοχή, αυτοεξαγνιζόμενη ίσως για την «απουσία» της Γερμανίας στην αντίστοιχη συριακή κρίση.

Θυμίζεται πως όταν ξέσπασε ο εμφύλιος της Συρίας τον Μάρτιο του 2011, το Βερολίνο παρακολουθούσε από απόσταση ασφαλείας και με χαρακτηριστική αδράνεια τις εχθροπραξίες να κλιμακώνονται. Χρειάστηκε να περάσουν περίπου τέσσερα χρόνια, να φτάσουν τα προσφυγικά καραβάνια μέχρι τα γερμανικά σύνορα (σ.σ. αφού είχαν κατακλύσει την Ελλάδα), για να ενεργοποιηθούν τα αντανακλαστικά της Άνγκελα Μέρκελ, αλλά αυτή η αργοπορία τής κόστισε πολιτικά, αφού στους μήνες που ακολούθησαν ήρθε αντιμέτωπη με τη σοβαρότερη κρίση της θητείας της, με ανεπούλωτα ακόμη τα τραύματα αυτής της κρίσης.

Μιας και ο λόγος για το ενδεχόμενο πρόκλησης ενός νέου προσφυγικού ρεύματος, αυτήν τη φορά από τη Λιβύη, αξίζει να προστεθεί ότι η συνεργασία της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τη λιβυκή ακτοφυλακή ήδη έχει γίνει στόχος επικρίσεων. Λόγω της κατάστασης ασφαλείας η επαναπροώθηση προσφύγων στη βορειοαφρικανική χώρα δεν είναι δυνατή, ενώ την ίδια ώρα πολλοί αρχηγοί κρατών που συγκροτούν τη ζώνη του Σαχέλ (Μαυριτανία, Σενεγάλη, Γκάμπια, Μπουρκίνα Φάσο και Νίγηρας) έκαναν σαφές στην Άνγκελα Μέρκελ ότι, χωρίς λύση του προβλήματος στη Λιβύη, είναι αδύνατον να επιτύχουν σταθερότητα μέσα στις χώρες τους.

 

 

Διαβάστε επίσης