ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟΥ – Κόννορ ΜακΦέρσον, «Η λάμψη μιας ασήμαντης νύχτας»: Ωμός ρεαλισμός και μεταφυσικές ανησυχίες

Από την πένα του συνεργάτη μας θεατρολόγου κ. Γιώργου Παπαγιαννάκη

Για να διακρίνουμε στο ιρλανδικό θέατρο μια γνήσια δραματουργική εντοπιότητα, θα πρέπει να ανατρέξουμε αρκετά πίσω, στον «παρτιζάνο» της εθνικής θεατρικής δημιουργίας Σων Ο’Κέηζυ, αργότερα, στον Μπράιαν Φρίελ, που διεθνοποίησε το ζήτημα της Β. Ιρλανδίας, ή ακόμα στον Χιου Λέοναρντ.

Μετά την εθνική χειραφέτηση, η νεότερη γενιά θεατρικών συγγραφέων (από τη δεκαετία του ’90 και ύστερα) έρχεται να αποκρυπτογραφήσει περαιτέρω τα άδυτα της ιρλανδέζικης ψυχής. Ο Μάρτιν ΜακΝτόνα, η Μαρίνα Καρ και ο Κόννορ ΜακΦέρσον είναι τρεις περιπτώσεις που εκπροσωπούν το νέο ήθος γραφής που κινείται στα όρια του ρεαλισμού, της τραγωδίας, του γκροτέσκου και της μυθοπλασίας.

Ειδικότερα για τον ΜακΦέρσον, του οποίου πέρσι μάς συστήθηκαν δύο έργα, «Ο Φάρος» και «Η λάμψη μιας ασήμαντης νύχτας», που επαναλαμβάνονται και φέτος, αν κάτι χαρακτηρίζει τη δραματουργία του αυτό είναι ο ωμός ρεαλισμός που τέμνεται από το μεταφυσικό, δίκην υπερβατικής ερμηνείας μιας φαινομενικά αδιέξοδης πεζότητας. Η τυπολογία του εξαντλείται κυρίως σε αντρικές φιγούρες, αναγνωρίσιμες φυσιογνωμίες της ιρλανδέζικης λαϊκής τάξης που σχεδόν παρασιτούν, ταλαντεύονται μεταξύ νομιμότητας και παρανομίας και διαβιούν σε άθλιες συνθήκες.  Μαζί με το περίτεχνα σημαίνον λεκτικό τοπίο του οι αλληγορίες του δανείζονται κάτι από τις πολύ μακρινές moralités του Μεσαίωνα. Τα πρόσωπά του, αν και φέρουν όνομα, ουσιαστικά, εκπροσωπούν έννοιες: το καλό, το κακό, τον προστάτη άγγελο, τον πάσχοντα άνθρωπο…

Στο «Φάρο», παρ’ ότι πρώιμο έργο, είναι αποκρυσταλλωμένος ένας αλληγορικός χαρακτήρας. Όμως στο πιο κατοπινό «Η λάμψη μιας ασήμαντης νύχτας» ο συγγραφέας, περιέργως, φαίνεται να περιέρχεται σε αμηχανία τόσο στη χρήση του δραματικού χρόνου όσο και των φιλοσοφικών προβληματισμών που παροχετεύει. Πάντως, οι αντιήρωές του μοιάζουν να βγαίνουν από το κάδρο ενός Βιβλικού σύμπαντος: ο αποτυχημένος, πλην όμως καλοπροαίρετος Τόμμυ, που, ως Αδάμ, υποδέχεται στη ζωή του την Έημυ, μια σύγχρονη Εύα, που τον παρασέρνει στην αμαρτία, ο θείος Μώρις, μια αμφιλεγόμενα προσωποποιημένη Θεία Πρόνοια, ο «ιδιαίτερος» Ντοκ,  ένα αναγκαίο ταυτόχρονα καλό και κακό, και ο Κέννεθ, έκφραση του δαιμονικού, που επιζητά τα αίτια και τα αιτιατά της ύπαρξής του.

Η Ελένη Σκότη δίνει σε μια οριακά σύμμετρη δραματουργική κατασκευή σχήμα και στερεότητα, ζωντάνια, διαύγεια αλλά και ποιητική θέρμη και μυστηριακή γοητεία. Αφαιρεί από τη σπασμωδικότητα των συγκρούσεων την ψυχρή ένταση, φωτίζει εσωτερικά, «ενορχηστρώνει» τις παύσεις και τις εικόνες. Μέσα στη γενική σκηνική αταξία οι χαρακτήρες αναπνέουν, διαγράφονται ανάγλυφοι, αποπνέουν ανθρώπινη οσμή, μεταφέρουν τις συχνότητες των ψυχικών σπαραγμών τους.

Όχι όμως με «εκκωφαντικές» ή αποκρουστικές ρεαλιστικές εξάρσεις, χαρακτηριστικό παράδειγμα η σκηνική σύνεση και η ισόρροπη φυσικότητα με την οποία συστήνει τον Τόμμυ ο Δημήτρης Αλεξανδρής. Στο ίδιο μέτρο και η σιβυλλική έκφραση αισθημάτων προστατευτισμού του θείου Μώρις από τον Ερρίκο Λίτση, οι αβίαστες και αφομοιωμένες εκδηλώσεις της ιδιάζουσας διανοητικότητας του Ντοκ από τον Γιώργο Τριανταφυλλίδη, η ανεπιτήδευτη και με πυκνότητα σιωπών και εκφράσεων «αφασία» της καθημαγμένης Έημυ στον δρόμο προς την αυτοσυνειδησία από την Κατερίνα Μαούτσου και η θυελλώδης, έως σκοτεινά παρωδιακή, παρουσία του Κέννεθ από τον Νικόλα Μπράβο.

Γιώργος Παπαγιαννάκης

«Η λάμψη μιας ασήμαντης νύχτας» του Conor Mcpherson

Θέατρο Επί Κολωνώ (Ναυπλίου 12 & Λένορμαν 94, Κολωνός, Αθήνα, τηλ. 210-5138067)

Μετάφραση: Γιώργος Χατζηνικολάου

Σκηνοθεσία: Ελένη Σκότη

Σκηνικά – κοστούμια: Γιώργος Χατζηνικολάου

Φωτισμοί: Αντώνης Παναγιωτόπουλος

Μουσική: Στέλιος Γιαννουλάκης

Ερμηνεύουν: Δημήτρης Αλεξανδρής, Ερρίκος Λίτσης, Γιώργος Τριανταφυλλίδης, Κατερίνα Μαούτσου, Νικόλας Μπράβος

Διαβάστε επίσης