Χαμένοι και κερδισμένοι του ακήρυχτου πολέμου για τον «μαύρο» χρυσό

Εν αναμονή ακόμη και πολεμικής απάντησης των ΗΠΑ κατά του Ιράν, με αφορμή την επίθεση στο διυλιστήριο της Aramco στη Σαουδική Αραβία, οι αναταράξεις είναι πρωτίστως ενεργειακές και δευτερευόντως γεωπολιτικές 

Αναταράξεις όχι μόνο στην ενεργειακή, αλλά και στη γαιοπολιτική «σκακιέρα» της υφηλίου έφερε η επίθεση το προηγούμενο Σάββατο με drones στη μεγαλύτερη μονάδα άντλησης πετρελαίου στις εγκαταστάσεις της ΑRAMCO στην επαρχία Αμπκάικ της Σαουδικής Αραβίας, όπου μέσα σε λίγα λεπτά χάθηκε το 50% της συνολικής παραγωγής πετρελαίου του Βασιλείου, που όμως αποτελεί το 5% της ημερήσιας παραγωγής «μαύρου» χρυσού σε ολόκληρη την υφήλιο.

Του Νίκου Τσαγκατάκη

Παρ’ ότι οι Χούτι της Υεμένης ανέλαβαν άμεσα την ευθύνη για την επίθεση, οι ΗΠΑ και η Σαουδική Αραβία κατήγγειλαν ευθέως το Ιράν που αρνήθηκε κατηγορηματικά κάθε εμπλοκή. Παράλληλα, η Βρετανία χαρακτήρισε τις επιθέσεις «σοβαρό και εξοργιστικό γεγονός», επισημαίνοντας ότι χρειάζεται πλήρης εξακρίβωση των στοιχείων ως προς το ποιος έχει την ευθύνη για αυτή πριν δοθεί η απάντηση, η Γαλλία καταδίκασε τις επιθέσεις και η Ε.Ε. προειδοποίησε για την «πραγματική απειλή για την περιφερειακή σταθερότητα» στη Μέση Ανατολή.

Από την πλευρά τους, η Κίνα και η Ρωσία στάθηκαν αναμενόμενα απέναντι στις ΗΠΑ, με την πρώτη να δηλώνει ότι, απουσία ολοκληρωμένης έρευνας, η απόδοση ευθύνης είναι πολύ ανεύθυνη πράξη, ενώ η Ρωσία δήλωσε ότι είναι απαράδεκτο να τίθενται προς συζήτηση πιθανά απαντητικά μέτρα ισχύος, τονίζοντας ότι είναι αντιπαραγωγικό να χρησιμοποιηθεί το περιστατικό για κλιμάκωση των εντάσεων με τους Πέρσες. Ωστόσο, ο στρατηγικός σύμμαχος των ΗΠΑ, το Ισραήλ, διά στόματος τού –εν αναμονή– νεοεκλεγέντος πρωθυπουργού του, Μπέντζαμιν Νετανιάχου, τονίζει ότι είναι έτοιμο για την πιθανότητα να εμπλακεί σε μία νέα αμερικανική-ιρανική σύγκρουση.

Εν αναμονή ραγδαίων εξελίξεων 

Με τον Πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ να έχει ήδη παραγγείλει αντίποινα, οι εξελίξεις και οι επιπτώσεις όχι μόνο στη Μέση Ανατολή, αλλά παγκοσμίως, αναμένεται να είναι ραγδαίες, τόσο στην τιμή του πετρελαίου και των προϊόντων του, όσο και πολιτικές. Με μειωμένη κατά 5,7 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως την παγκόσμια παραγωγή πετρελαίου και έντονες διακυμάνσεις στην τιμή του, τα επόμενα 24ωρα αναμένονται κρίσιμα, καθώς οι αποφάσεις των ΗΠΑ θα οδηγήσουν είτε σε νέα ανάφλεξη στον Περσικό Κόλπο είτε σε αποκλιμάκωση της διαφαινόμενης κρίσης. Σε αυτό το πλαίσιο, αποκτά μεγάλο ενδιαφέρον να εντοπιστούν οι οικονομικά κερδισμένοι και οι χαμένοι της υπόθεσης.

Το «κατηγορούμενο» Ιράν θα μπορούσε να ωφεληθεί μόνο στην περίπτωση που θα μπορούσε να παρακάμψει το πολυετές αμερικανικό εμπάργκο με τα λεγόμενα «πλοία-φαντάσματα», ενώ τα υπόλοιπα κράτη του Κόλπου θα κληθούν να καλύψουν το κενό της Σαουδικής Αραβίας τόσο στην παραγωγή όσο και στα κέρδη, με επόμενους κερδισμένους τους μεγαλοπαραγωγούς πετρελαίου Ρωσία, Καναδά, Βραζιλία και Μεξικό και τελευταίες στη σειρά τις αφρικανικές παραγωγούς χώρες, όπως τη Λιβύη, την Αγκόλα και τη Νιγηρία.

Οι μεγάλοι κερδισμένοι όμως αναμένεται να είναι οι ανεξάρτητοι Αμερικανοί παραγωγοί πετρελαίου, καθώς με τη μαζική εκμετάλλευση των σχιστολιθικών κοιτασμάτων έχουν καταστήσει τις ΗΠΑ τον δεύτερο μεγαλύτερο εξαγωγέα μετά τη Σαουδική Αραβία. Ωστόσο, οι αμερικανικές πετρελαιοβιομηχανίες δεν υπόκεινται σε κρατικό έλεγχο, με αποτέλεσμα οι υψηλές τιμές να αποτελέσουν πιθανό πρόβλημα για την εθνική τους οικονομία και μάλιστα εν όψει των εκλογών του 2020, όπου ο Πρόεδρος Τραμπ στοχεύει σε δεύτερη θητεία.

Από τους «χαμένους» της κρίσης αναμένεται να είναι η Κίνα, καθώς η οικονομία της στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στο πετρέλαιο και έχοντας ήδη εμπλακεί σε εμπορικό πόλεμο με τις ΗΠΑ, με «παγωμένα» επενδυτικά πλάνα και χαμηλότατους ρυθμούς ανάπτυξης, ως μεγαλύτερος παγκόσμιος παραγωγός και καταναλωτής ταυτόχρονα, πιθανολογείται ότι θα πληγεί βαθιά και άμεσα.

«Τραυματισμένες» όμως θα βγουν και οι επίσης ενεργοβόρες και πετρελαιοεξαρτώμενες αναδυόμενες οικονομίες της Ινδίας, της Τουρκίας και της Νοτίου Αφρικής, που αντιμετωπίζουν ήδη σοβαρά οικονομικά ζητήματα. Οι μεγάλες ευρωπαϊκές οικονομίες της Γερμανίας και της Ιταλίας που βρίσκονται στα πρόθυρα της ύφεσης πιθανολογείται σφόδρα ότι θα επηρεαστούν βαριά, καθώς οι αυξήσεις στην τιμή του πετρελαίου θα μετακυλιστούν ταχύτατα στις αντλίες των καυσίμων, πιέζοντας ακόμα ασφυκτικότερα την αναιμική οικονομική ανάπτυξη της ευρωζώνης και θέτοντας εφεξής πολιτικά ζητήματα στην ΕΚΤ, με την πιθανώς επερχόμενη επιτάχυνση του υποτονικού πληθωρισμού.

Οι μεγάλες ευρωπαϊκές οικονομίες που βρίσκονται στα πρόθυρα της ύφεσης πιθανολογείται ότι θα επηρεαστούν έντονα, καθώς οι αυξήσεις στην τιμή του πετρελαίου θα μετακυλιστούν ταχύτατα στις αντλίες των καυσίμων

Μεγάλος χαμένος (πάντα) οι καταναλωτές 

Ωστόσο, αν το εφιαλτικό σενάριο της εμπόλεμης σύρραξης στον Κόλπο και της εκτίναξης της τιμής του πετρελαίου πραγματοποιηθεί, ο «μεγάλος χαμένος» της διαφαινόμενης πετρελαϊκής κρίσης θα είναι οι ίδιοι οι καταναλωτές. Με «πετσοκομμένους» ήδη επί μακρόν τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς, η πιθανή αύξηση της τιμής του πετρελαίου και των παραγώγων αυτού θα «στραγγίσει» τα οικογενειακά εισοδήματα και δυνητικά θα επιφέρει τεράστιο πλήγμα στην παγκόσμια οικονομία βυθίζοντάς τη σε ύφεση. Το ρεύμα, οι μετακινήσεις, η θέρμανση και χιλιάδες παράγωγα προϊόντα πετρελαίου (πίσσα, άσφαλτος, πλαστικά, ακόμα και ρούχα και καλλυντικά) θα ακριβύνουν και μεγάλο πλήγμα θα δεχθεί ο επίσης πετρελαϊκά εξαρτώμενος τουρισμός, αλλά και η γεωργία, δύο τομείς που παραδοσιακά τροφοδοτούν τις δυτικές οικονομίες.

Όμως και οι προσωρινά κερδισμένες πετρελαιοπαραγωγοί χώρες δεν θα μπορέσουν να απολαύσουν τα οφέλη τους σε ένα διεθνές περιβάλλον ύφεσης και πολεμικής απειλής, με αποτέλεσμα τα βραχυπρόθεσμα κέρδη από την κάλυψη του κενού της Σαουδικής Αραβίας να υπερκεραστούν από τις πολλαπλές ζημιές του ακριβού πετρελαίου και της γενικευμένης πολιτικής αστάθειας.

 

Διαβάστε επίσης