ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟΥ: Λιτός, ‘ευανάγνωστος’ «Βυσσινόκηπος»

Από τον θεατρολόγο Γιώργο Παπαγιαννάκη

Εδώ και πάνω από έναν αιώνα  πλανάται το ίδιο ερώτημα γύρω από τις ερμηνείες των τσεχωφικών έργων: είναι κωμωδίες, δράματα, έργα ποιητικά και συμβολικά, όλα αυτά μαζί ή μήπως, όπως κάποτε ειπώθηκε, ιμπρεσιονιστικά(!);  Ειδικά στον «Βυσσινόκηπο» (1904), τελευταία «ψηφίδα» μιας δραματουργικής παρακαταθήκης περιορισμένης σε όγκο, αλλά τεράστιας σε περιεχόμενο, ο ίδιος ο Τσέχωφ έσπευσε να αποδώσει τον χαρακτηρισμό «βωντβίλ», καθώς παρατηρεί με  χιούμορ, πλην όμως στεναχτικό, τον ανοχύρωτο άνθρωπο να συνθλίβεται μέσα στον φθοροποιό χρόνο, τη στασιμότητα, την απελπισία, τη ματαίωση.

Ο Στανισλάφσκι, αφουγκραζόμενος  στη σκηνή τις υπόκωφες, σπαραχτικές δονήσεις του «Βυσσινόκηπου», θα τον χαρακτηρίσει τραγωδία. Έκτοτε, κάθε σημαίνουσα παρουσίαση του έργου θα συνιστά και μια συμβολή στην ερμηνεία του: πενήντα χρόνια από την πρεμιέρα του, ο Ζαν Λούι Μπαρρώ θα διεισδύσει στο μικροσύμπαν των παύσεων, στην πολυσήμαντη ευγλωττία της φαινομενικής μη-δράσης, ενώ άλλα είκοσι χρόνια μετά (1974) ο Στρέλερ θα παραδώσει έναν χαρακτηριστικά λευχείμονα «Βυσσινόκηπο», διατυπώνοντας και τη θεωρία των τριών κινέζικων κουτιών, του «Αληθινού», της Ιστορίας και της Ζωής, που συνθέτουν το δραματουργικό «υπέδαφος» του έργου.

Ο Τσέχωφ στο κύκνειο άσμα του, ωσάν γλυκόπικρη ελεγεία ή ρέκβιεμ, προοιωνίζεται την αναπόδραστη, όσο και αναγκαία, ενηλικίωση ενός κόσμου. Μόνο που, με τη διαπεραστική «ματιά» του νου του, βλέπει αυτή να πραγματοποιείται βίαια, παρασύροντας μαζί της την πίστη στην ομορφιά, τις ριζωμένες πεποιθήσεις και αξίες, τις μνήμες αλλά και την ποίηση που φωλιάζει μέσα τους.

Η σκηνοθετική απόδοση του Κ. Μαρκουλάκη, λιτή, «ευανάγνωστη» και περιεκτική, σέβεται τις ανάσες του τσεχωφικού κειμένου, τις οποίες αρδεύει με λυρισμό, ενώ στην επιφάνεια οικοδομεί ένα ενδιαφέρον βραδυφλεγές σκηνικό «ισοκράτημα».

Σε έναν σκηνογραφικό χώρο που αποπνέει μαρασμό αλλά και ηλεκτρισμένη στάση αναμονής, με φωτιστικές δημιουργίες-σύμβολα και σημαίνοντα ηχοτοπία, το τσεχωφικό αριστούργημα αποκρυσταλλώνεται και, εν τέλει,  επικοινωνείται.

Ο Δ. Λιγνάδης κομίζει έναν Λοπάχιν με ισόρροπες δόσεις πρακτικότητας και αφοπλιστικής ειλικρίνειας, έναν τολμητία αλλά και αμήχανο άνθρωπο στο κατώφλι του νέου του ρόλου.  Η Θ. Μπαζάκα εδραιώνει τη Ρανέβσκαγια με σκηνικό κύρος, αν και, ενίοτε, με καταφυγές σε ένα προβλέψιμο μελό. Ο Γ. Κότσιφας σχηματοποιεί δωρικά τον Γκάγιεφ παρακάμπτοντας το γκροτέσκο (ειδικά στο εγκώμιο της βιβλιοθήκης). Η Κόρα Καρβούνη, ως Βάρια,  «μεταφράζει» και επιτείνει, μέσα από τη εξωτερική ακαμψία της, το οικογενειακό αδιέξοδο. Ο Αλέξανδρος Μαυρόπουλος (Τροφίμωφ) συγχωνεύει με σχετική σαφήνεια τον σκαπανέα νέων ιδεών και τον εραστή. Η Σίσσυ Τουμάση (Άνια) ακτινοβολεί με εσωτερικό παλμό την τρυφερή αισιοδοξία της πληγωμένης νιότης. Η Γ. Νταλάρα (Ντουνιάσα), αρκούντως κινητική και περιπαθής, κατοχυρώνει ένα ευδιάκριτο σκηνικό αποτύπωμα. Η Αθ. Μαξίμου (Σαρλόττα) ζωντανεύει με γοητεία το σύμβολο του κόσμου των ψευδαισθήσεων. Ο Γ. Μπινιάρης (Φιρς) ενσαρκώνει το, σε αποδρομή, παλιό κατεστημένο με δραματική γραφικότητα. Ο Γιάννης Στόλλας (Πίσσικ) ενσωματώνεται αγαστά στη σκηνική συχνότητα, ο Γιάννης Γιαννούλης (Γιάσσα) προδίδει ένα, ελαφρώς, εκκρεμές υποκριτικό σμίλεμα, και, τέλος, ο Τάσος Δημητρόπουλος (Γιεπιχόντωφ) εγκολπώνεται με σύνεση στο γενικό σύνολο.

Γιώργος Παπαγιαννάκης

Θέατρο «Δημήτρης Χορν» (Αμερικής 10, Κολωνάκι, τηλ.: 210-3612500)

«Ο βυσσινόκηπος», του Άντον Τσέχωφ

Μετάφραση: Μαρίσσα Τριανταφυλλίδη

Σκηνοθεσία: Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης

Σκηνικά: Αθανασία Σμαραγδή

Κοστούμια: Μαρία Κοντοδήμα

Μουσική: Μίνως Μάτσας

Φωτισμοί: Αλέκος Γιάνναρος

Βοηθός Σκηνοθέτη: Έλενα Σκουλά, Μανώλης Δούνιας

Βοηθός Σκηνογράφου: Γιώργος Θεοδοσίου

Παραγωγή: Αθηναϊκά Θέατρα Α.Ε.

Πρωταγωνιστούν: Θέμις Μπαζάκα, Δημήτρης Λιγνάδης, Κόρα Καρβούνη, Αθηνά Μαξίμου, Γιάννης Κότσιφας, Σίσσυ Τουμάση, Γιώργος Μπινιάρης, Γιάννης Στόλας, Αλέξανδρος Μαυρόπουλος, Γιάννης Γιαννούλης, Τάσος Δημητρόπουλος, Γεωργιάννα Νταλάρα

Διαβάστε επίσης