ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ – Πέτρος Βαγιόπουλος: «Με τον Ρασούλη μάς “έδενε” δημιουργική φιλία»

Γεννήθηκε στους Σοφάδες Καρδίτσας το 1949. Αν και σπούδασε Μαθηματικά, η εμμονή του με τη μουσική και το τραγούδι τον οδήγησαν στην Αθήνα, όπου από το 1983 συνεργάζεται με τον Μανώλη Ρασούλη, με τον οποίο δημιούργησαν τραγούδια με ουσία και νόημα, στο πλαίσιο πάντα του αγαπημένου του σλόγκαν «συγκίνηση μεν, συνείδηση δε».

«Εσύ κι αν γίνεις υπουργός, εγώ θα σ’ αγαπάω», «Πότε Βούδας, πότε Κούδας», «Βαλκανιζατέρ», «Σελοτέιπ», «Στο νοηματουργείο (Μάγκας επιζών)», «Τι γυρεύεις μες στην Κίνα, Τσάκι Τσαν;» «Με καλαματιανό ρυθμό» (με τη συμμετοχή της Μαρίζας Κωχ) και «Γεια σου, κυρ Εισαγγελέα» είναι οι δίσκοι όπου συναντώνται δύο σπουδαία ονόματα του ελληνικού τραγουδιού: Πέτρος Βαγιόπουλος και Μανώλης Ρασούλης. Με επίσης σπουδαίες ερμηνείες από σημαντικούς καλλιτέχνες, όπως ο Νίκος Παπάζογλου, η Ελένη Βιτάλη, η Γλυκερία, ο Αγάθωνας, ο Ορφέας Περίδης, ο Γιώργος Ξηντάρης, η Νένα Βενετσάνου, και τόσους άλλους…

Δεν είναι όμως μόνο αυτοί οι δίσκοι τους οποίους σφράγισε με τη μουσική του ο Πέτρος Βαγιόπουλος, καθώς στο ενεργητικό του εμφανίζονται περισσότερες από 30 δισκογραφικές δουλειές, με συνεργάτες καταξιωμένους καλλιτέχνες τόσο στον στίχο όσο και στην ερμηνεία, όπως ο Δημήτρης Χριστοδούλου, ο Λευτέρης Παπαδόπουλος, ο Γιάννης Λογοθέτης, ο Ηλίας Κατσούλης, ο Αντώνης Βαρδής, η Ελένη Λεγάκη, ο Κώστας Μακεδόνας, ο Νίκος Ζιώγαλας, η Καλλιόπη Βέτα, η Χαρούλα Αλεξίου, ο Μπάμπης Τσέρτος, ο Πασχάλης Τερζής και τόσοι άλλοι…

Ρίγος και δέος, λοιπόν, προκαλεί και μόνο η σκέψη για μια συνέντευξη από έναν τόσο σπουδαίο μουσικοσυνθέτη, έναν καλλιτέχνη που σημάδεψε την πορεία του ελληνικού τραγουδιού με το έργο του, όχι μόνο επειδή έδωσε διαχρονικές ή μη επιτυχίες, αλλά κυρίως επειδή αγαπήθηκε τόσο πολύ από διαφορετικές γενιές. Και ίσως-ίσως επειδή «αυτοί που έχουν τη μεγαλύτερη επίδραση στην κοινωνία δεν είναι αυτοί που γράφουν τους νόμους, αλλά αυτοί που γράφουν τα τραγούδια», κατά τον Γάλλο μαθηματικό και στοχαστή Μπλεζ Πασκάλ

Ιχνηλατώντας… με την Καίτη Νικολοπούλου

 

Κύριε Βαγιόπουλε, σπουδάσατε Μαθηματικά, αλλά ο κόσμος σάς έμαθε μέσα από τα τραγούδια σας. Σας βοήθησαν οι σπουδές σας ως μουσικοσυνθέτη;

«Το ότι σπούδασα Μαθηματικός δεν νομίζω ότι προσέφερε κάτι παραπάνω από το αν τελείωνα κάποια άλλη σχολή. Η “μαθηματική σκέψη” πιστεύω πως ναι, παίζει έναν κάποιο ρόλο, αν αναλογισθούμε ότι δεκάδες Έλληνες συνθέτες έχουν αποφοιτήσει από “πρακτικές” σχολές. Πολυτεχνείο, Φυσικό, Μαθηματικό, Χημικό τμήμα κ.λπ. Προσωπικά, θα ’θελα να περηφανευτώ ότι ήμουν καλός μαθητής και στα “θεωρητικά” μαθήματα».

Πότε και πώς ξεκίνησε αυτή η μαγική διαδρομή;

«Στα 17 μου, όταν μου χάρισαν μια κιθάρα. Χωρίς να ξέρω να παίζω, άρχισαν να μου έρχονται μελωδίες και να συνθέτω τραγούδια. Βρήκα και τους αδελφούς Μουλιάκου, που έπαιζαν μπουζουκάκι, και άρχισα να τα ηχογραφώ πρόχειρα. Σαν φοιτητής μελοποίησα σχεδόν όλους τους ποιητές(!) κάνοντας πειράματα ή και, κάποιες φορές, ασελγώντας πάνω στους στίχους τους… Απ’ όλα αυτά έμειναν γύρω στα 10, που έχουν καλλιτεχνική αξία. Μερικά κυκλοφόρησαν σε δίσκο με άλλους στίχους, που –ζήτησα και– έβαλαν συνεργάτες μoυ στιχουργοί».

Ένα από τα πιο γνωστά σας τραγούδια, που κλασικοποιήθηκε πλέον, είναι το «Πότε Βούδας πότε Κούδας», σε στίχους του σπουδαίου Μανώλη Ρασούλη και ερμηνεία του υπέροχου Νίκου Παπάζογλου. Πώς προέκυψε αυτή η τεράστια επιτυχία;

«Προέκυψε επειδή… έλειπε ο Ρασούλης. Είχα συνθέσει τη μουσική κι έψαχνα να τον βρω για να βάλει στίχους. Δεν υπήρχαν τότε (1986) κινητά. Άνοιξα το περιοδικό “Αυγό”, που έγραφε παλιότερα και εξέδιδε ο Μανώλης, και βρήκα μέσα διάφορα τετράστιχα ή δίστιχα που, με κολπάκια και μοντάζ, τα ταίριαξα στη μουσική μου και προέκυψε το αποτέλεσμα που ξέρετε σήμερα. Όταν γύρισε ο Μανώλης από το Λονδίνο όπου ήταν, ανέκραξε: “Αυτό είναι σουξέ!” Την ιστορία του τραγουδιού την έχω αναφέρει πολλάκις στα ΜΜΕ κι αν θέλει κάποιος να τη διαβάσει, γκουγκλάρει “Πώς έγινε το Πότε Βούδας πότε Κούδας” και εμφανίζονται… 50 sites!»

Πώς νιώθετε όταν το ακούτε σήμερα, μετά από τόσα χρόνια, στα νεανικά μουσικά στέκια;

«Όμορφα φυσικά! Και στα σκυλάδικα που παίζεται, καλά νιώθω. Ο Ρασούλης, όταν τον ρωτούσαν το ίδιο, έλεγε ότι ευελπιστεί κάποιοι απ’ αυτούς να νιώσουν το “έχω καταλάβει ήδη της ζωής μου το παιχνίδι”».

«Ο Μανώλης εκτιμήθηκε όταν πέθανε…»

Ο Μανώλης Ρασούλης ήταν από τους βασικούς συνεργάτες σας. Τι ήταν εκείνο που σας «έδενε» μαζί του, με δεδομένο ότι ήταν μεγάλος στοχαστής, κάτι που το μετέδιδε και στα τραγούδια του; Μοιραζόσαστε τους κοινωνικο-πολιτικούς προβληματισμούς του;

«Η φιλία. Ο Μανώλης ερχόταν σπίτι μου, έτρωγε ή και κοιμόταν πολλές φορές, κάναμε χιλιόμετρα βόλτες κουβεντιάζοντας και μου έλεγε τις απόψεις του επί παντός και μάλλον είχαμε –θεωρητικώς– λύσει όλα τα ζητήματα του κόσμου, ακόμη και το Μεσανατολικόν… όλα, εκτός του οικονομικού μας. Πέρα από το χιούμορ του, ήταν ένας βαθιά πνευματικός άνθρωπος, με μεστό λόγο και απολαυστικός στη διήγηση, στη μετάδοση, στην επικοινωνία. Οι στίχοι του και τα γραπτά του και οι συνεντεύξεις του περιέχουν τις σκέψεις του για τα πάντα. Εκτιμήθηκε περισσότερο όταν πέθανε. Κανείς πια δεν μιλά για το τι φόραγε ή πόσο μεγάλα ήταν τα γένια του. Όλοι τον αναγνωρίζουν ως πνευματικό άνθρωπο».

O Nίκος Πορτοκάλογλου στο στούντιο Sierra κατά την ηχογράφηση του «Πότε Βούδας, πότε Κούδας»

Συνεργαστήκατε με πολλούς στιχουργούς και ερμηνευτές και συνεχίζετε. Ποιος ήταν εκείνος που χαράχτηκε στην ψυχή σας όμως περισσότερο από κάποιους άλλους και γιατί;

«Κάθε άνθρωπος, άρα και κάθε δημιουργός, είναι διαφορετικός. Ο καθείς έχει τις ιδιαιτερότητές του και, όταν δεν σ’ ενοχλούν, δέχεσαι να συνεργάζεσαι. Με κάθε συνεργάτη μου στιχουργό, τον καιρό που συνυπήρξαμε στη δημιουργία, αφήσαμε κάτι καλό, άσχετα αν ακούστηκε πολύ ή λίγο».

Η παρτιτούρα τού «Πότε Βούδας, πότε Κούδας»

Ως προς τη δημιουργία και τη διαχρονικότητα ενός τραγουδιού, παίζει ρόλο η «παρέα», η συντροφικότητα δηλαδή των δημιουργών που υπήρχε παλιότερα, σε σχέση με το σήμερα;

«Σε μένα η παρέα και η συντροφικότητα με τους συνεργάτες μου υπάρχει ακόμα. Και το θεωρώ υγιές και φυσικό. Να μιλάς για τα πάντα, να περιπλανιέσαι μαζί τους σε γνωστά αλλά και φανταστικά μονοπάτια. Πάντα κέρδος έχεις από την επαφή με ανθρώπους που εκτιμάς και έχεις τη χαρά και την τιμή να συνεργάζεσαι, άσχετα αν είναι γνωστοί τοις πάσι ή θα γίνουν κάποτε.

»Η διαχρονικότητα είναι άλλο πράγμα. Είναι το αποτέλεσμα μιας μαγικής στιγμής δημιουργίας, στην οποία συνέβαλαν πολλοί παράγοντες. Από τους δημιουργούς και τους συντελεστές του τραγουδιού –αφού αναφερόμαστε σ’ αυτό– μέχρι τη χρονική συγκυρία που βγήκε το άσμα και την επικρατούσα άποψη της εποχής για το κοινωνικό ή και πολιτικό στάτους. Εξυπακούεται ότι το τραγούδι για να έχει προδιαγραφές διαχρονικού πρέπει να εμπίπτει σε κανόνες που μερικοί από μας τους έχουν κατανοήσει –και χειρίζονται– βαθύτερα και καλύτερα από άλλους δημιουργούς. Ο συνεργάτης μου ποιητής Δημήτρης Χριστοδούλου (“Είναι μεγάλος ο καημός”, “Γωνιά-γωνιά”, “Βράχο-βράχο”, “Κοντά στα ξημερώματα” κ.λπ.) μου έλεγε ότι τον παρακαλούσαν φίλοι του ποιητές να τους συστήσει τον συνεργάτη του Μίκη Θεοδωράκη, μπας και τους μελοποιήσει κάποιο ποίημα για να ακουστεί στον κόσμο, μέσω της μουσικής. Ένα τραγούδι που θα ακουστεί… ίσον 20 βιβλία με ποιήματα, έλεγε!»

Με τον Ορφέα Περίδη

Στη δημιουργία ενός τραγουδιού τι παίζει πρωτεύοντα ρόλο, ο στίχος ή η μουσική;

«Θα σας πω δύο τραγούδια, “Ποροπομπόμ, Ποροπομπέρο, Περόμ” ή και το “Despasito”, που ούτε εγώ, ούτε η πλειονότητα γνωρίζει τι λένε. Συμφωνούμε, όμως, όλοι ότι είναι ωραία τραγούδια. Και φυσικά εννοούμε ότι η μουσική είναι συναρπαστική, όμορφη, μελωδική, μας παρακινεί να σιγοντάρουμε ή και να κουνηθούμε αναλόγως. Και μιλώ για χιλιάδες τραγούδια, από ξένες μπαλάντες μέχρι τσάμικα. Οι περισσότεροι συνεργάτες μου στιχουργοί είναι της άποψης ότι η μουσική πρέπει να είναι ισάξια του στίχου ή και ανώτερη. Μερικοί, όπως και ο αγαπημένος Λευτέρης Παπαδόπουλος, λέει: “Εν αρχή ην ο λόγος”».

Δηλαδή, διαφωνείτε…

«Μα, αν ήταν έτσι, θα ήταν πανεύκολο για τους συνθέτες να έκαναν κάθε μέρα περί τα 10 σουξέ ο καθείς, αρκεί να έπαιρναν ποιήματα του Ρίτσου, Ελύτη, Γκάτσου, Σεφέρη, Βάρναλη, Χριστοδούλου, Λειβαδίτη, Καβάφη και να έβαζαν μια διεκπεραιωτική μουσική… και “να το πετιέται” το σουξέ… Αλλά, απ’ ό,τι φαίνεται, μάλλον δεν είναι έτσι. Ο Καβάφης, π.χ., μελοποιήθηκε από 100 περίπου συνθέτες και –παρά το παγκόσμια γνωστό όνομα του ποιητή– ούτε ένα του τραγούδι δεν πέρασε στον κόσμο».

Ο τραγουδιστής πόση ευθύνη έχει για την επιτυχία ενός τραγουδιού;

«Ο τραγουδιστής είναι το καλύτερο μουσικό όργανο στο τραγούδι. Δεν φτάνει, όμως, μόνο η φωνή του για την επιτυχία. Δεν μπορώ να του αποδώσω ευθύνη. Ο Καζαντζίδης είπε χίλια τραγούδια. Ούτε τα μισά δεν είναι επιτυχίες. Πρέπει το τραγούδι να έχει τις προδιαγραφές να ακουστεί και ιδίως να μείνει!»

Οι δημιουργοί των τραγουδιών, συνθέτες και στιχουργοί, μπορούν να επιβιώσουν στην Ελλάδα τού σήμερα από τα τραγούδια τους;

«Όχι. Η “εποχή” των δημιουργών έχει προ πολλού τελειώσει. Μεμονωμένες περιπτώσεις πάντα θα υπάρχουν. Σήμερα γράφουμε κανένα τραγουδάκι και το δημοσιοποιούμε μέσω των νέων τεχνολογιών».

Ποια η «συνταγή» για να μείνει ένα τραγούδι διαχρονικό;

«Οφείλω να πω ότι πιστεύω πως η “συνταγή” για να μείνει ένα τραγούδι διαχρονικό είναι να έχει μελωδία. Όλα τα παλιά τραγούδια –ελληνικά ή ξένα– που έχουν φτάσει στο σήμερα και τα αγαπάμε, τα τραγουδάμε, τα χορεύουμε, διακρίνονται για τη μελωδία τους».

«Γκουρού θα γίνω στο Θιβέτ» σε μουσική Πέτρου Βαγιόπουλου, στίχους του Τάκη Λιβανού και ερμηνεία του Νίκου Ζιώγαλα, από την εταιρεία Protasis Music – ένα τσιφτετέλι «αρκετά εξωστρεφικόν και χορευτικόν», όπως ο ίδιος ο συνθέτης το χαρακτήρισε

Βρίσκεστε στο στούντιο αυτές τις ημέρες… Θα μας μιλήσετε για αυτό το καινούργιο που ετοιμάζετε;

«Έγραψα, τα τελευταία τρία χρόνια, το “Αν τύχει ”, με τη Χριστιάνα Γαλιάτσου σε στίχους της νέας και αξιόλογης Ησαΐας Παπαδοπούλου, το “Γκουρού θα γίνω στο Θιβέτ”, με τον Νίκο Ζιώγαλα και τον Τάκη Λιβανό –που έγραψε και τους στίχους– και τώρα, σε λίγες ημέρες, το “Η υπόσχεση”, πάλι με τη Χριστιάνα, σε στίχους του συγγραφέα Δημήτρη Τσιάκα. Τα δύο τελευταία είναι εξωστρεφή και χορευτικά, με ουσία όμως στα λεγόμενά τους, κόντρα στα επικρατούντα ομιχλωδώς εσωστρεφή…»

Με τη Χριστιάνα Γαλιάτσου

«Εμπιστεύομαι τους νέους, μπορούν να μας εκπλήξουν θετικά»

Με περισσότερα από τριάντα χρόνια επιτυχημένης καριέρας στα μουσικά δρώμενα, τι θα συμβουλεύατε τους νέους δημιουργούς και ερμηνευτές;

«Εγώ, όπως και άλλοι γνωστοί, ενδεχομένως να γράψουμε μερικά καλά τραγούδια στο μέλλον. Οι νέοι, όμως, είναι εκείνοι που θα αλλάξουν τον ρου της μουσικής και εγώ τους εμπιστεύομαι. Ακόμη και με τις διασκευές, που κάνουν στα παλιά τραγούδια, δίνουν τη δυνατότητα στους νέους (ανθρώπους) να ενημερωθούν για το φοβερό υλικό της ελληνικής μουσικής. Πρέπει, όμως, οι ίδιοι νέοι δημιουργοί να έχουν πολύ καλή γνώση του Ελληνικού θησαυρού. Έτσι, σε συνδυασμό με τις πολλαπλές γνώσεις τους –ξένο τραγούδι, νέες τεχνολογίες, δημιουργική ενορχήστρωση, ποικίλα μουσικά όργανα κ.λπ.– θα μπορούσαν να μας εκπλήξουν θετικά».

Διαβάστε επίσης