ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ – Σοφία Δημοπούλου: «Στο παρελθόν οι απαντήσεις για το παρόν μας»

Με αφορμή την έκδοση του πέμπτου βιβλίου της «Πώς υφαίνεται ο χρόνος» από τις εκδόσεις Ψυχογιός

Με τη Σοφία Δημοπούλου έχουμε μια ιδιαίτερη σχέση, καθώς τα βιβλία της είναι άκρως ενδιαφέροντα. Αυτή την περίοδο κυκλοφορεί το πέμπτο μυθιστόρημά της με τίτλο «Πώς υφαίνεται ο χρόνος» από τις εκδόσεις Ψυχογιός. «Χρόνος ο πάντων πρόγονος», έλεγε ο Πίνδαρος. Η συγγραφέας μας το ξέρει αυτό και έπλεξε ένα υπέροχο μυθιστόρημα που το παρόν βασίζεται στο παρελθόν και υφαίνει το αύριο της ηρωίδας της και όχι μόνο. Τα υπαρκτά πρόσωπα (η ζωγράφος Σοφία Λασκαρίδου, ο «καταραμένος» ποιητής Περικλής Γιαννόπουλος, ο Εμμανουήλ Ροΐδης, ο Δηλιγιάννης, ο Χαρίλαος Τρικούπης) μαζί με τα φανταστικά εμπλουτίζουν την αφήγηση ιστορικά, προσφέροντάς μας γνώσεις για γεγονότα που καθόρισαν τη σύγχρονη Ελλάδα.

Ιχνηλατώντας… με την Καίτη Νικολοπούλου 

Κυρία Δημοπούλου, βλέπουμε πως στο βιβλίο σας υπάρχουν κάποια υπαρκτά ιστορικά πρόσωπα, όπως η ζωγράφος Σοφία Λασκαρίδου, ο ποιητής Περικλής Γιαννόπουλος, ο Εμμανουήλ Ροΐδης κ.ά. Πιστεύετε ότι οι χαρακτήρες που εμπλέκονται στις σελίδες σας είναι διαχρονικοί, ή έχουν κάποια χαρακτηριστικά που είναι μόνο της εποχής;

«Τα ιστορικά πρόσωπα που εμπλέκονται στη μυθοπλασία μου έχουν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, γι’ αυτό και τα επέλεξα. Η Σοφία Λασκαρίδου ήταν, για παράδειγμα, πολύ μπροστά από την εποχή της, μια γυναίκα που μπορούσε να τριγυρνά ασυνόδευτη στις ερημιές καβάλα σ’ ένα άλογο, να ζωγραφίζει μόνη στο ύπαιθρο, να θέλει να γίνει δεκτή στο ανδροκρατούμενο Σχολείο των Τεχνών, όπως έλεγαν τότε τη Σχολή Καλών Τεχνών. Ο Περικλής Γιαννόπουλος διατύπωνε ιδέες που έρχονταν σε σύγκρουση με το κατεστημένο της εποχής. Από την άλλη πλευρά, ο Ροΐδης ήταν αντίθετος στις φεμινιστικές τάσεις, που είχαν αρχίσει δειλά να κάνουν την εμφάνισή τους στην Ελλάδα – χρειάζεται και το αντίπαλο δέος μέσα στην ιστορία. Τα πρόσωπα αυτά λοιπόν τα επέλεξα γιατί εξέφραζαν τις διαφορετικές τάσεις εκείνης της εποχής».

Είναι για σας κάποιος από τους ήρωές σας ξεχωριστός, και γιατί;

«Αγαπώ και ταυτίζομαι με τη σύγχρονη ηρωίδα, τη Νάνα, αφενός γιατί κι εγώ έχω αντιμετωπίσει τα διλήμματά της και τους φόβους της, αφετέρου γιατί καταλαβαίνω το μεγάλο φορτίο που κουβαλά στις πλάτες της. Δεν είναι εύκολο να είσαι γυναίκα εντέλει, αλλά σίγουρα αξίζει τον κόπο».

Είναι το πέμπτο σας βιβλίο. Θεωρείτε ότι είναι και το καλύτερο;

«Δεν ξέρω αν είναι το καλύτερο – τα κριτήρια του αναγνώστη είναι διαφορετικά από εκείνα του συγγραφέα. Από τη δική μου πλευρά πάντως είναι εκείνο που απορρόφησε μεγάλο ποσό από την ενέργειά μου, ήταν εκτεταμένη η έρευνα που απαιτήθηκε και μ’ έμαθε κι εμένα πολλά. Προσωπικά ευχαριστήθηκα πολύ τη συγγραφή του γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο».

Συχνά τα βιβλία σας πηγαίνουν πίσω, στο παρελθόν. Γιατί το επιλέγετε; Σας κεντρίζει το ενδιαφέρον ή θεωρείτε πως το χθες είναι καλύτερο από το σήμερα;

«Η δική μου άποψη είναι πως στο παρελθόν βρίσκονται όλες οι απαντήσεις για το παρόν μας. Ό,τι έχει συμβεί, έχει αποτυπωθεί στο μυστικό καρυότυπο των κυττάρων μας, το κουβαλάμε μέσα μας από γενιά σε γενιά. Αν δεν γυρίσουμε πίσω στα παλιά τραύματα, κοινωνικά, πολιτικά ή προσωπικά, πώς μπορούμε να προχωρήσουμε στη ζωή; Το παρελθόν λειτουργεί για μένα ως εργαλείο, ως μπούσουλας για να χαράξω τη ρότα του μέλλοντος, κι έχουμε να διδαχτούμε πολλά από αυτό. Ζω στο σήμερα, ευχαριστιέμαι το παρόν, αλλά γυρίζω το βλέμμα προς τα πίσω για να ανακαλύψω την πηγή των κρυμμένων τραυμάτων».

Τι θα λέγατε πως είναι αυτό που σας γεμίζει και σας βοηθάει να συνεχίσετε το γράψιμο;

«Το γράψιμο για μένα λειτουργεί σαν βαλβίδα αποσυμπίεσης από μια πιεστική καθημερινότητα. Όταν ξεκινώ να γράφω, είναι σαν να ανοίγω μια πόρτα σε ένα άλλο σύμπαν, σε έναν άλλο χρόνο, που εγώ δημιουργώ με ό,τι έχω κλέψει από τον κόσμο μας. Οι ήρωες, οι χαρακτήρες και οι πράξεις τους μου δίνουν συμπυκνωμένη εμπειρία, ζω τη ζωή τους πλουτίζοντας τη δική μου. Υπάρχει πιο γλυκιά και παρηγορητική φενάκη από αυτό;» 

Αλλάζει η καθημερινότητά σας κατά το διάστημα της συγγραφής του βιβλίου;

«Βέβαια και αλλάζει. Όχι μόνο η καθημερινότητα, αλλά και ο χαρακτήρας μου ο ίδιος. Γίνομαι εγωίστρια –έχει μεγαλύτερη σημασία για μένα η εξασφάλιση ήρεμου χρόνου–, αντικοινωνική, απομονώνομαι, κοιμάμαι λίγο, σκέφτομαι πολύ. Κι όταν δεν καταφέρω να γράψω αυτό που έχω στο μυαλό μου λόγω έλλειψης χρόνου, γίνομαι νευρική κι όλα μου φταίνε. Επομένως, η καθημερινότητα λίγο ή περισσότερο περιστρέφεται γύρω από το γράψιμο του βιβλίου. Ευτυχώς, υπάρχουν και μεγάλα διαστήματα “αγρανάπαυσης” για να είμαι ανεκτή στην οικογένειά μου που, ομολογώ, δείχνει μεγάλη κατανόηση». 

Σας έχει επηρεάσει άλλος συγγραφέας στον τρόπο που γράφετε, σκέφτεστε και ζείτε; Κι αν ναι, ποιος συγγραφέας και ποιο βιβλίο;

«Είμαι ασφαλώς όλα τα βιβλία που διάβασα. Λίγο Καζαντζάκης, λίγο Ελύτης, λίγο οι κλασικοί, λίγο οι σύγχρονοι, κάτι πήρα απ’ όλους, κι αυτό το κάτι το ζύμωσα με τις εμπειρίες μου, με τη δική μου θεώρηση της ζωής κι έτσι απέκτησα την πρώτη ύλη για τη συγγραφική μου δουλειά. Στα κύτταρά μου έχω πολλούς, πάρα πολλούς συγγραφείς και πολλά βιβλία. Δεν γίνεται εξάλλου αλλιώς. Όταν γεμίσεις με λέξεις, κάποια στιγμή ξεχειλίζουν και θέλεις να τις βάλεις σε σειρά. Ο τρόπος όμως που γράφω, έχει να κάνει με τη δική μου ψυχοσύνθεση και τις δικές μου ευαισθησίες. Έτσι προέκυψε το δικό μου στυλ γραφής που αντιπροσωπεύει την  προσωπικότητά μου και ό,τι έχω στο κεφάλι μου». 

Κλείνοντας, θα θέλατε να μοιραστείτε μαζί μας ποιο είναι το μεγαλύτερό σας όνειρο ως συγγραφέας;

«“Να αλλάξεις τον κόσμο, φίλε Σάντσο, δεν είναι τρέλα, ούτε ουτοπία. Είναι δικαιοσύνη!” Η θρυλική ατάκα του Δον Κιχώτη υπάρχει πάντα σε μια γωνιά του μυαλού μου σαν οδηγός. Ξέρω πως δεν μπορώ να αλλάξω τον κόσμο, αν καταφέρω όμως να επικοινωνήσω με τους άλλους μέσα από τα γραπτά μου για ό,τι με πληγώνει, ό,τι με πονάει, ό,τι με φοβίζει, ίσως αυτός είναι ένας τρόπος να καταλάβουμε πως όλοι μαζί αποτελούμε ένα τεράστιο “όλον”, μια δύναμη που, ναι, ίσως κάποτε να μπορέσει να αλλάξει τον κόσμο. Αυτό είναι και το μεγάλο μου όνειρο ως συγγραφέας –  να επικοινωνήσω με τους άλλους σαν οργανικό κομμάτι ενός κόσμου που οδεύει σε μια πνευματική και ηθική βελτίωση, και να έχω συμβάλει κι εγώ σ’ αυτό».

Η Σοφία Δημοπούλου γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα, η καταγωγή της όμως είναι από τα Λουσικά, ένα χωριό λίγα χιλιόμετρα έξω από την Πάτρα. Σπούδασε στη Σχολή Πολιτικών Μηχανικών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στον περιβαλλοντικό σχεδιασμό πόλεων και κτιρίων. Εργάστηκε ως μηχανικός στον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα και ασκεί το επάγγελμά της ως σήμερα. Παράλληλα ασχολείται με τη συγγραφή και την ποίηση και παραδίδει μαθήματα δημιουργικής γραφής, έχοντας ολοκληρώσει το πρόγραμμα «Δημιουργική ανάγνωση και γραφή της πεζογραφίας» του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.
Έχει γράψει άλλα τέσσερα μυθιστορήματα: Lapis lazuli, η πέτρα που λείπει (2012), Άλμα θα πει ψυχή (2013), Σε σωστή ώρα νυχτώνει (2014) και Η ζωή απέναντι (2016), ενώ διηγήματά της έχουν κατά καιρούς συμπεριληφθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά, ηλεκτρονικά μέσα (themachine.gr, fractalart.gr, diastixo.gr) και σε εφημερίδες.

“Πώς υφαίνεται ο χρόνος”: Το νέο μυθιστόρημα της Σοφίας Δημοπούλου κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός

Στο πέμπτο μυθιστόρημα της η Σοφία Δημοπούλου διερευνά τις αντοχές του χρόνου. Τι συμβαίνει με το παρελθόν; Επανέρχεται κάποτε ή είναι καταδικασμένο στη λήθη; Μέσα από την ιστορία που ξετυλίγεται στο βιβλίο της Πώς υφαίνεται ο χρόνος, η συγγραφέας υποστηρίζει με σθένος πως το παρελθόν επιστρέφει. Για να μας δείξει τα λάθη μας, να μας θυμίσει τα σωστά που έγιναν και το πού αυτά μας οδήγησαν, να μας δώσει δύναμη κι ελπίδα, να μας υπενθυμίσει πως ό,τι ζούμε το έχουμε βιώσει πάλι και ίσως κάποια στιγμή το βρούμε ξανά μπροστά μας…

Η Νάνα, μια αρχιτεκτόνισσα που πάσχει από κρίσεις πανικού, βρίσκεται σε μια κρίσιμη καμπή της ζωής της αφού καλείται να πάρει σημαντικές αποφάσεις, όπως το να κρατήσει το παιδί που κυοφορεί. Σε μια αναπαλαίωση του αρχοντικού της οικογένειας του Ιωάννη Αντωνόπουλου, ανακαλύπτει ένα παλιό χειρόγραφο από το οποίο μαθαίνει πολλά για την ιστορία της οικογένειας που εντέλει συνδέεται με την ιστορία και της δικής της. Μέσα από το χειρόγραφο μαθαίνει, επίσης, και για την Ανθή Γεραμάκη, η οποία λόγω των προκαταλήψεων της κοινωνίας του τέλους του 19ου αιώνα, αναγκάζεται να στερηθεί το δικαίωμα της μητρότητας, και να αλλάξει ακόμα και την ταυτότητά της. Η τέχνη της –είναι πολύ καλή υφάντρα– και το πείσμα της για ζωή θα τη βοηθήσουν να ξαναβρεί τα κομμάτια του εαυτού της. Η Νάνα θα εμπλακεί συναισθηματικά με την ιστορία της Ανθής και αυτή η εμπλοκή θα τη μεταμορφώσει. Τους κεντρικούς ήρωες πλαισιώνουν υπαρκτά πρόσωπα, όπως η ζωγράφος Σοφία Λασκαρίδου, ο «καταραμένος» ποιητής Περικλής Γιαννόπουλος, ο Εμμανουήλ Ροΐδης, ο Δηλιγιάννης, ο Χαρίλαος Τρικούπης, ενώ ανάμεσα στα φανταστικά μπαίνουν και ιστορικά γεγονότα που καθόρισαν τη σύγχρονη Ελλάδα.

Διαβάστε επίσης