Έρχονται φορτσάτοι οι ελεγκτές

Η επιστροφή της τρόικας στην Αθήνα πλησιάζει και τα ανοιχτά θέματα είναι πολλά, ειδικά σε ό,τι αφορά τον προϋπολογισμό του 2015. Μάλιστα, διαρροές από τα τεχνικά κλιμάκια υποστηρίζουν ότι για να καλυφθεί το δημοσιονομικό κενό που προβλέπουν οι εκπρόσωποι των δανειστών απαιτούνται μέτρα ύψους τουλάχιστον 2 δισ. ευρώ, που θα καλύψουν τη «μαύρη τρύπα».

 

Του Αλέξανδρου Μιχαήλ

 

Όπως εξηγούν οι ίδιες πηγές, κατά τον πρώτο γύρο της διαπραγμάτευσης οι δανειστές δεν εξέφρασαν ούτε θετική ούτε αρνητική γνώμη για το προσχέδιο του προϋπολογισμού. Οι ελεγκτές εμφανίστηκαν ικανοποιημένοι μόνο σε σχέση με τον στόχο του πρωτογενούς πλεονάσματος, καθώς το 2,9% που προβλέπεται για το 2015 είναι πολύ κοντά στο 3% που θέτει το μνημόνιο. Στόχος των ελεγκτών, σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, είναι να έχουν στα χέρια τους όσο το δυνατόν περισσότερα στοιχεία σχετικά με την εκτέλεση του προϋπολογισμού του 2014, ώστε να γνωρίζουν τη βάση εκκίνησης του 2015. Μάλιστα, κατά τις ημέρες απουσίας τους από την Αθήνα και μέχρι την επιστροφή τους, λαμβάνουν αναλυτική ενημέρωση σχετικά με την πορεία των μεγεθών.

Με βάση τα συγκεκριμένα στοιχεία, πληροφορίες αναφέρουν ότι οι δανειστές έχουν εκφράσει σημαντική ανησυχία σχετικά με την πορεία τόσο των εσόδων, όσο και των δαπανών. Τα στοιχεία, σύμφωνα με τους εκπρόσωπους των δανειστών, αναδεικνύουν μεγάλο κίνδυνο δημοσιονομικού εκτροχιασμού για το 2014 εξαιτίας της υστέρησης των εσόδων το τελευταίο τρίμηνο του έτους, όπως υπολογίζουν πηγές που γνωρίζουν πολύ καλά την πορεία εκτέλεσης του προϋπολογισμού. Με βάση την προβολή του 9μηνου, δεν αποκλείουν στο τελευταίο τρίμηνο του έτους να σημειωθεί απόκλιση εσόδων ακόμα και 1 δισ. ευρώ κάθε μήνα έως το τέλος του χρόνου.

Αντίστοιχα, ανησυχία προκαλεί και το γεγονός ότι το σχέδιο που έχει εκπονήσει η κυβέρνηση για την επιστροφή των περικοπών στους ένστολους φαίνεται πως δεν έχει ικανοποιήσει τους εκπροσώπους τους, οι οποίοι απειλούν με νέο γύρο αγωγών. Αντίδραση που μπορεί να τινάξει στον αέρα το σχέδιο της κυβέρνησης για περιορισμένη τρύπα στα δημοσιονομικά, από την αποκατάσταση του μισθολογίου. Υπό αυτές τις συνθήκες, πηγές από την πλευρά της τρόικας αναφέρουν ότι θα πρέπει να εξεταστεί να ενταχθούν στον προϋπολογισμό συγκεκριμένες δράσεις με τις οποίες θα διασφαλίζεται τόσο το κλείσιμο του δημοσιονομικού κενού, όσο και η επίτευξη του στόχου του πρωτογενούς πλεονάσματος.

H συγκεκριμένη εκτίμηση, μάλιστα, γίνεται ακόμα πιο ισχυρή, από τη στιγμή που η κυβέρνηση έχει στηρίξει την επίτευξη των στόχων στην αλματώδη αύξηση του ρυθμού ανάπτυξης, ο οποίος εκτιμά ότι θα φέρει αύξηση των εσόδων, χωρίς όμως να υπάρχει δίχτυ ασφαλείας για τις όποιες αστοχίες.

 

Άλλη άποψη

Από την πλευρά του, το οικονομικό επιτελείο επιμένει ότι το δημοσιονομικό κενό είναι πολύ μικρότερο από τις εκτιμήσεις της τρόικας, ενώ στο τέλος θα καλυφθεί χωρίς τη λήψη νέων μέτρων. Όπως υπενθυμίζουν στελέχη του υπουργείου Οικονομικών, αντίστοιχες απόψεις είχαν εκφράσει οι δανειστές και πέρυσι και τελικά προσέγγισαν τις ελληνικές εκτιμήσεις. Αυτό θεωρούν ότι θα γίνει και αυτή τη φορά, από τη στιγμή μάλιστα που η κυβέρνηση συνεχίζει να πετυχαίνει τους στόχους για πρωτογενή πλεονάσματα. Αναφορικά με το ενδεχόμενο απόκλισης από τους στόχους των εσόδων το τελευταίο τρίμηνο του έτους, η ελληνική πλευρά επισημαίνει ότι αντίστοιχες εκτιμήσεις υπήρχαν και πέρυσι για το τέλος του έτους, ωστόσο στο τέλος και οι στόχοι βγήκαν και το πλεόνασμα επετεύχθη.

Γι’ αυτόν τον λόγο, όπως εξηγούν τα ίδια στελέχη, η κυβέρνηση αποφάσισε να μη θέσει επίσημα ούτε στους επικεφαλής των ελεγκτών, ούτε στο Eurogroup, θέμα αλλαγής στόχων, ώστε να μη δημιουργηθεί η εικόνα ότι δεν μπορεί να τους πετύχει, γνωρίζοντας μάλιστα ότι η διαπραγμάτευση σχετικά με τα μεγέθη του προϋπολογισμού θα γίνει στο δεύτερο σκέλος της αξιολόγησης.
Η παρέμβαση των Αμερικανών

Στο μεταξύ, ιδιαίτερο ενδιαφέρον προκαλούν τα δημοσιεύματα διεθνών ΜΜΕ, τα οποία αναδεικνύουν ως μέγιστο ευρωπαϊκό πρόβλημα την Ελλάδα. Χαρακτηριστικά η «Wall Street Journal» αναφέρει πως η μεγάλη υποχώρηση των ευρωπαϊκών αγορών πριν από περίπου 10 ημέρες οφείλεται κυρίως στους πολιτικούς κινδύνους με πιο προφανείς αυτούς στην Ελλάδα.

«Τα προβλήματα της Ευρωζώνης έχουν στη βάση τους την πολιτική, την κατάσταση της ελληνικής οικονομίας, η οποία φαίνεται περισσότερο σταθερή από κάθε άλλη φορά από την αρχή της κρίσης και η οικονομία της Ευρωζώνης είναι σε καλύτερη κατάσταση απ’ ό,τι το 2012. Σημαίνει αυτό ότι είναι όλα καλά στην Ευρωζώνη; Σαφώς όχι. Αλλά οι κίνδυνοι σήμερα είναι κυρίως πολιτικοί. Αυτό είναι πιο προφανές στην περίπτωση της Ελλάδας, η οποία σε οικονομικούς όρους φαίνεται τώρα περισσότερο σταθερή από οποιαδήποτε άλλη περίοδο από την αρχή της κρίσης», σημειώνει ο αρθρογράφος. «Ενώ ο λόγος του δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ, που ανέρχεται στο 175%, φαίνεται πολύ υψηλός, το κόστος εξυπηρέτησης του ελληνικού χρέους και το προφίλ της ωρίμανσής τους είναι από τα πιο ευνοϊκά στην Ευρωζώνη», σημειώνει το δημοσίευμα, προσθέτοντας ότι «ακόμη και το ΔΝΤ θεωρεί τώρα ότι υπάρχει πιθανότητα να επιτύχει η Ελλάδα τους στόχους της για το χρέος χωρίς περαιτέρω ελάφρυνσή του».

Στο άρθρο επισημαίνεται ότι αυτό που ενοχλεί τις αγορές είναι η ασταθής πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα, προσθέτοντας ότι το κόμμα του ΣΥΡΙΖΑ προηγείται στις δημοσκοπήσεις και απειλεί να προκαλέσει εκλογές στις αρχές του επόμενου έτους, αρνούμενο να στηρίξει οποιονδήποτε υποψήφιο για Πρόεδρο της Δημοκρατίας. «Ο ηγέτης του ΣΥΡΙΖΑ Αλέξης Τσίπρας προσπαθεί να παρουσιάσει μία πιο μετριοπαθή εικόνα. Η αγορά φοβάται ότι μία κυβέρνηση υπό τον ΣΥΡΙΖΑ θα αντέστρεφε την πρόοδο που έχει επιτευχθεί με τον σημερινό κυβερνητικό συνασπισμό».

Αναφερόμενος στην ελληνική οικονομία, ο δημοσιογράφος σημειώνει ότι αυτή πιθανόν έχει σημειώσει θετικό ρυθμό ανάπτυξης στο τρίτο τρίμηνο μετά από 24 τρίμηνα ύφεσης, η ανεργία άρχισε να μειώνεται, οι τράπεζες φαίνονται να έχουν ανακεφαλαιοποιηθεί αξιόπιστα και ένας νέος πτωχευτικός νόμος αναμένεται να τις διευκολύνει να αντιμετωπίσουν τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια. «Αργά, αλλά με ασφάλεια, οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις ξεμπλοκάρουν τα εμπόδια στην εκ νέου εξισορρόπηση της οικονομίας», προσθέτει.

Διαβάστε επίσης